Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

"Θέλω να μου χαρίσεις κάτι"


- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι. 
- Ό,τι θες. 
- Ό,τι θέλω; Τ' ορκίζεσαι; 
- Στ' όρκίζομαι.
- Είναι δύσκολο.
- Δεν πειράζει.
- Είναι ακριβό.
- Δεν με νοιάζει.
- Είναι σπάνιο.
- Τόσο το καλύτερο.
- Είναι επικίνδυνο.
- Δεν φοβάμαι.
- Μπορεί να καείς άμα το πιάσεις.
- Θα γίνω νερό να σβήσω την φωτιά.
- Μπορεί να σου γλιστρήσει απ' τα χέρια και να φύγει.
- Θα το ξαναπιάσω.
- Μπορεί να πάει πολύ μακριά.
- Θα το κυνηγήσω.
- Μπορεί να χαθεί στον ουρανό.
- Θα γίνω πουλί να το ψάξω.
- Μπορεί να βυθιστεί στη θάλασσα.
- Θα γίνω αγκίστρι να το πιάσω.
- Μπορεί να πνιγεί στο σκοτάδι.
- Θα περιμένω τα χαράματα.
- Μα μπορεί να διαλυθεί ως τότε.
- Θα φέρω τ' άστρα να φωτίσουν πιο νωρίς.
- Είναι τόσο μικρό, δεν θα μπορέσεις να το πιάσεις.
- Θα ζητήσω σ' ένα μυρμήγκι να με βοηθήσει.
- Κι αν είναι μεγάλο σαν σπίτι;
- Θα φέρω γερανό.
- Κι αν είναι μεγάλο σαν βουνό;
- Θα φέρω ένα γερανό πιο μεγάλο από βουνό.
- Υπάρχει;
- Θα τον φτιάξω.
- Που ξέρεις να φτιάχνεις γερανούς;
- Δεν ξέρω.
- Τότε;
- Τότε θα μάθω.
- Από που;
- Από τα βιβλία.
- Κι αν δεν το λένε τα βιβλία;
- Θα βρω τον γέροντα που φτιάχνει γερανούς.
- Κι αν έχει πεθάνει;
- Θα βρω τον άλλον γέροντα.
- Ποιον άλλον γέροντα;
- Εκείνον που ξέρει όλα τα βότανα.
- Όλα τα βότανα;
- Όλα τα χόρτα και τα μικρά άνθη του αγρού. Ξέρει τι μάγια κρύβουν.
- Και πως θα φέρει εκείνος το βουνό;
- Όχι εκείνος, εγώ. Θα μου δώσει βότανα να πιω, να γίνω τόσο δυνατός, που θα μπορέσω να το σηκώσω το βουνό.
- Εμένα θα μπορείς να με πάρεις αγκαλιά;
- Πάντα.
- Τώρα.
- Τώρα. Έλα, τι θέλεις;
- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
- Ό,τι θέλεις.
- Ό,τι, ό,τι θέλω, τ' ορκίζεσαι;
- Στ' ορκίζομαι.
- Θέλω ... θέλω κάτι που δεν υπάρχει πουθενά.
- Να το φτιάξουμε.
- Με τι;
- Με τι θέλεις;
- Δεν ξέρω.
- Να το φτιάξουμε με ξύλο καρυδιάς και χρυσά καρφιά.
- Όχι, όχι δεν είναι έτσι.
- Να το φτιάξουμε με πούπουλα και ψίχουλα, με σταγόνες και γαργαλήματα και να του βάλουμε ένα κλειδί να το κουρδίζεις.
- Όχι, όχι, δεν θέλω κλειδί.
- Γιατί;
- Μπορεί να το χάσω.
- Θα στο κρεμάσω στον λαιμό.
- Μπορεί να χαθώ κι εγώ.
- Θα έρθω να σε βρω.
- Κι αν δεν μπορείς να με βρεις;
- Θα μπορέσω.
- Κι αν είναι σκοτάδι;
- Θ' ανάψω κερί.
- Κι αν λιώσει το κερί;
- Ως τότε θα σ' έχω βρει.
- Κι αν όχι;
- Θα ψάχνω ώσπου να σε βρω.
- Πόσο θα ψάχνεις;
- ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ!
- Τι θα πει για πάντα;
- Ότι Σ' ΑΓΑΠΩ!
- Κι εγώ τι θα κάνω ώσπου να με βρεις;
- Μπορείς να κοιμηθείς.
- Που;
- Κάτω από μια μυρσινιά.
- Που έχει μυρσινιές;
- Παντού.
- Έχει και λιοντάρια παντού;
- Όχι.
- Που έχει λιοντάρια;
- Στην ζούγκλα.
- Είναι κοντά η ζούγκλα;
- Πολύ μακριά. Στην άλλη άκρη του κόσμου...
- Δεν μπορούν να έρθουν εδώ ποτέ;
- Ποτέ.
- Τ' ορκίζεσαι;
- Στ' ορκίζομαι.
- Ξέχασα τι θα πει για πάντα.
- Θα πει ότι σ' αγαπώ.
- Πόσο;
- Ως τον ουρανό.
- Ναι, ναι. Να κοιμηθώ τώρα;
- Ναι.
- Θα με πάρεις αγκαλιά;
- Ναι.
- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
- Ό,τι θέλεις.
- Ό,τι, ό,τι θέλω, τ' ορκίζεσαι;
- Ναι.
Ανθή Δοξιάδη-Τριπ
Εκδόσεις Άγρα


Τρίτη 13 Απριλίου 2010

Λιοντάρι, λύκος κι αλεπού (λαϊκό παραμύθι)

"Στα πρώτα και τα παλιά τα χρόνια όλα τα ζώα μαζεύτηκαν σ'έναν τόπο κ' έκαμαν συμβούλιο, για να εκλέξουν βασιλέα. Όλα τα ζώα συμφώνησαν, ότι απ'όλα πιο αντρειωμένο είναι το λιοντάρι και αυτό πρέπει να είναι ο βασιλέας τους. Έβαλαν λοιπόν το στεφάνι στο κεφάλι του λιονταριού και έγινε βασιλέας.
Με χρόνια πολλά το λιοντάρι αρρώστησε και κείτονταν στο στρώμα. Όλα τα ζώα πήγαν και είδαν το βασιλέα τους, που ήταν άρρωστος.
Μια μέρα ο λύκος, ένας άσπρος λύκος, πήγαινε να ιδεί το λιοντάρι. Κει που πήγαινε, βρίσκει στο δρόμο την αλεπού και της λέει:
- Αλεπού, άιντε πάμε να ιδούμε τι κάνει ο πολυχρονεμένος ο βασιλιάς μας ' είναι άρρωστος.
- Πήγαινε, σαν θέλεις, είπεν η αλεπού ' μήπως είναι εκείνος καλύτερος από μένα και θα πάω εγώ στα πόδια του; Ας έρθει εκείνος στα δικά μου τα πόδια.
Ο λύκος δεν της είπε τίποτε. Εχάρηκε μάλιστα που θα πάη και θα πη στο λιοντάρι "αυτό κι αυτό είπεν η αλεπού", και θα φανή αυτός καλός με το λιοντάρι. Χαιρόταν και πήγαινε στο δρόμο. Η αλεπού πάλι πήγαινε από πίσω του σιγά-σιγά, να ιδή τι θα ειπή στο λιοντάρι.
Πήγεν ο λύκος, μπήκε μέσα κ' έκατσε κοντά στο λιοντάρι. Η αλεπού στάθηκε πίσω από μια κουρτίνα και άκουε τι λένε.
Σε λίγο λέει το λιοντάρι στο λύκο:
-Αυτή η αλεπού πολύ μας περηφανεύτηκε και δεν είπε: "Ο Βασιλέας είναι άρρωστος, ας πάω να ιδώ τι κάνει".
Του λέει κι ο λύκος:
- Ο Θεός να σε πολυχρονίζη, βασιλέα μου. Όταν ερχόμουν, την είδα την αλεπού και της είπα: "Άιντε να πάμε στο βασιλέα τον πολυχρονεμένο, να ιδούμε τι κάνει" και μου είπε: "εγώ δεν θα πάω ' μήπως είναι καλύτερος από μένα;"
Είπε τότε το λιοντάρι:
- Ε και νά έπεφτε από πουθενά στα χέρια μου! ήξερα εγώ τι να την έκανα.
Τη στιγμή εκείνη μπήκε μέσα η αλεπού κ' επροσκύνησε τον βασιλέα.
- Αλεπού, της λέει, πού ήσουνα ως τώρα και δεν ήρθες να με δης;
- Αχ βασιλέα μου, λέει η αλεπού, δεν ξέρεις εγώ που ήμουν! Άκουσα πως ήσουν άρρωστος και ρώτησα που μπορώ να βρω έναν καλό γιατρό και μου είπαν, στο Μπαγδάτι είναι ένας γιατρός ξακουσμένος κι αμέσως ξεκίνησα κ' επήγα στο Μπαγδάτι, για να τον φέρω να σε γιατρέψη. Εκείνος μου είπε: "Εγώ για να πάω δεν είναι ανάγκη. Εγώ ξέρω την αρρώστια του βασιλέα σας. Να σου πω το γιατρικό του και, σαν πας, κάμετέ το: Να κόψετε στη μέση ένα λύκο, έναν άσπρο λύκο, και με το πετσί του να τυλίξετε το βασιλέα σας ' αν δεν το κάμετε αυτό, θα πεθάνη." Εγώ πάλι καθόλου δε στάθηκα ' μέσα σε μιαν ημέρα ήρθα.
Ο λύκος καθόταν εκεί δα. Ευθύς το λιοντάρι πρόσταξε κ' έκοψαν το λύκο κ' ετύλιξαν στο πετσί του το λιοντάρι και γιατρεύτηκε.
Τότε είπε το λιοντάρι:
- Ω, του σκύλου το γυιό, το λύκο! Η αλεπού τόσο καλό μου έκαμε κι αυτός πολεμούσε να της κάνει κακό!"
("Ελληνικά Παραμύθια", εκλογή: Γ.Α.Μέγα, εικόνες: Ράλλη Κοψίδη και Φώτη Κόντογλου)

Nεραϊδόσκονη Oνείρων

– Tι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;
– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλέ.
– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
– Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
– Τί χρώμα έχει η χαρά;
– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
– Και η μοναξιά;
– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.
– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
– Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
– Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
– …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.
– Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
– Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι… Κοίταξε μακριά στο κενό… Και δάκρυσε …
– Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ’ αστέρι του.
– Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.
– Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
– Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.
– Όμορφη βραδιά απόψε. Aκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…
– Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται… Ονειρεύονται και ελπίζουν…

Αλκυόνη Παπαδάκη - Το χρώμα του φεγγαριού


ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

http://www.scribd.com/doc/29858317/ΤΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΟ-ΛΑΪΚΟ-ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Πατήστε το URL για να διαβάσετε όλο το κείμενο.

Η νεραϊδα και η γοργόνα

Μια φορά και ένα καιρό ήταν η Λουλίκα , μια όμορφη νεραϊδούλα , που ζούσε σε ένα θαυμάσιο μέρος που λεγόταν Νεραϊδοχώρα.Εκεί οι νεραϊδούλες ζούσαν συνήθως μέσα σε όμορφα λουλούδια.Τη Λουλίκα όμως δεν τη συμπαθούσε κανείς και ένιωθε τόσο μόνη!
Έτσι μια μέρα σκέφτηκε:
-Αχ ...;Βαρέθηκα πια μόνη μου. Δεν έχω κανένα φίλο για να παίξω ή τέλος πάντων να κάνω παρέα. Ας φύγω λοιπόν καλύτερα από την Νεραϊδοχώρα .
Το είπε και το έκανε. Έφυγε από τη Νεραϊδοχώρα . Όταν οι νεράιδες και η βασίλισσα της Νεραϊδοχώρας είδαν ότι η Λουλίκα δεν είχε βγει για πολύ καιρό από το λουλούδι της,  μπήκαν μέσα σ'; αυτό και συνειδητοποίησαν ότι είχε φύγει.. Η βασίλισσα στενοχωρήθηκε πολύ και κάλεσε όλες τις νεράιδες της Νεραϊδοχώρας σε σύσκεψη. Εκεί όμως κανείς δε μιλούσε.Μόνο μια μικρή νεραϊδούλα πετάχτηκε και είπε.:
-Ξέρω γιατί έφυγε.
-Τι εννοείς; Για πες μου, είπε η Βασίλισσα.
-Έφυγε ,επειδή δεν είχε φίλους.
-Τι; Εγώ νόμιζα ότι είχε πολλούς.
Η βασίλισσα θύμωσε πολύ μ ε όλες τις νεράιδες. Έστειλε τότε κάποιους νεράιδους -άντρες δηλαδή-να ψάξουν για τη Λουλίκα.
Η Λουλίκα εν τω μεταξύ, επειδή το ταξίδι της ήταν δύσκολο, σταμάτησε για λίγο σε μια πολύ όμορφη θάλασσα. Αυτή η θάλασσα λεγόταν Γοργονοχώρα. Εκεί οι γοργόνες κάθονταν στα βράχια, όταν ξαφνικά είδαν τη Λουλίκα εξαντλημένη να πέφτει από τον καταγάλανο ουρανό. Επειδή όλες οι γοργόνες φοβήθηκαν , βούτηξαν μέσα στη θάλασσα.Εκτός από μια. Ήταν η Λελίνα , μια ευγενική και καλή γοργόνα. Αυτή έδωσε στη Λουλίκα νερό και λίγο φαγητό και τη ρώτησε:
-Είσαι καλά;
-Αχ! Ευχαριστώ, που με βοήθησες! Τι άσχημη προσγείωση ήταν αυτή!!
-Πονάς κάπου;
-Ναι. Λίγο στο κεφάλι.Ωχ! Συγνώμη! Τόση ώρα είμαι εδώ και δε σε έχω ρωτήσει πώς είναι το όνομα σου.
- Λελίνα, ...; ...;και το δικόσου;
-Λουλίκα.
-Χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω.
-Κι εγώ. Θα μπορούσες να μου πεις που βρίσκομαι;
-Από την εμφάνιση μου και μόνο θα μπορούσες να καταλάβεις που βρίσκεσαι.
-Αχ. Είμαι στη Γοργονοχώρα! Ουάου! Είναι τέλεια εδώ. Φυσικά θα υπάρχουν και άλλες γοργόνες.Ε;
-Ναι υπάρχουν πολλές ακόμη. Όπως παρατηρώ και εγώ εσένα, θα πρέπει σίγουρα να είσαι από τη Νεραϊδοχώρα. Έτσι δεν είναι;
-Ακριβώς.
-Όμως γιατί έφυγες; Μήπως χάθηκες;
-Όχι έφυγα, επειδή δεν είχα φίλους και ήμουν μόνη.
-Αχ! Πολύ λυπάμαι. Τότε θέλεις να γίνουμε φίλες;
-Ναι ,πάρα πολύ!!
Έτσι τα κορίτσια έγιναν αχώριστες φίλες.
Πέρασαν τρεις ολόκληροι μήνες στην Νεραϊδοχώρα και όλοι ανησυχούσαν. Τότε, η σοφή νεράιδα Μελίνα έδωσε τη λύση ρωτώντας:
-Στη Γοργονοχώρα ψάξατε;
-Όχι ,απάντησαν όλοι.
-Ε, λοιπόν , γιατί δε ψάχνετε;
-Έχεις δίκιο.Ας πάμε να ψάξουμε.
Έτσι,ξεκίνησαν το μακροχρόνιο ταξίδι τους για τη Γοργονοχώρα και πέρασαν πολλές βδομάδες ώσπου να φτάσουν εκεί Εν τω μεταξύ, η Λουλίκα ήταν στενοχωρημένη, επειδή αυτή δεν ήταν σαν τη φίλη της τη γοργόνα. Έτσι, είπε στη Λελίνα:
-Θα ήθελα να είμαι γοργόνα σα κι εσένα.
-Μπορείς, απάντησε η Λελίνα.
-Αλήθεια;
-Ναι. Μπορώ να πάω στον πρίγκιπα της Γοργονοχώρας, για να μου δώσει ένα φάρμακο ειδικό ώστε να γίνεις γοργόνα.
-Ωραία! Σε παρακαλώ ρώτα τον αν αυτό γίνεται.
-Φυσικά. Και τώρα αν θες.
-Ναι ,πάρα πολύ.!
_Θα σε πειράξει αν πάω να τον ρωτήσω και σε αφήσω για λίγο μόνη;
-Όχι.
Περίμενε και θα έρθω.
Ενώ η Λουλίκα ανυπομονούσε να έρθει η Λελίνα με τα καλά νέα, έφτασε η βασίλισσα της Νεραϊδοχώρας και οι νεράιδοι.
-Επιτέλους κορίτσι μου σε βρήκαμε.. της είπαν
-Ωχ! Η Βασίλισσα.είπε η Λουλίκα.
-Γλυκιά μου, γιατί έφυγες; Ανησυχήσαμε.
-Συγνώμη που σας ανησύχησα, αλλά δεν άντεχα άλλο. Δεν είχα καθόλου παρέα και ένιωθα μόνη. Τώρα εδώ βρήκα μια πολύ καλή φίλη τη Λελίνα.
-Ποια είναι αυτή καλή μου;
-Μια πολύ καλή γοργόνα.
-Λουλίκα!!! Λουλίκα !! Φωναξε η Λελίνα καθώς ερχόταν. Σου φέρνω καλά νέα. Μου έδωσε το φάρμακο.
-Ποιο φάρμακο Λουλίκα τι λέει η κοπέλα;ρώτησε η βασίλισσα.
-Το φάρμακο για να γίνω γοργόνα.
-Τι; έχεις τρελαθεί;
-Όχι και θα το κάνω.
και τότε ήπιε το φάρμακο κι έγινε μια πανέμορφη γοργόνα.Η βασίλισσα έμεινε άφωνη, ενώ η Λελίνα και η Λελίκα ήταν ευτυχισμένες.
-Ειμαι ευτυχισμένη εδώ, είπε η Λουλίκα. Δώστε σε όλους τα χαιρετίσματα μου.
-Καλά κορίτσι μου. Γειά σου!!
-Γεια σας! 
έτσι έφυγαν και οι δύο γοργόνες έζησαν καλά και εμείς καλύτερα!!!! 

Ο ερωτευμένος

Ήταν μια φορά ο Ερνέστος, το μικρό αγόρι που του άρεσε πολύ να είναι φίλος (και το πειραχτήρι) των κοριτσιών….
…και ιδίως της Σαλώμης.
Και ήταν και η Σαλώμη, το μικρό κορίτσι που μαρτύρησε στη μαμά του όλα όσα της είχε κάνει ο Ερνέστος. Όλα: που της τραβούσε τα μαλλιά,της άρπαζε την κουκούλα, της έβγαζε τα γυαλιά επίτηδες…
Τότε η μαμά είπε ότι ο Ερνέστος το δίχως άλλο ήθελε να παίξει με τη Σαλώμη, αλλά δεν ήξερε πώς να της το ζητήσει. Και η μαμά είπε επίσης ότι, χωρίς αμφιβολία, ο Ερνέστος ήτανερωτευμένος με τη Σαλώμη…

Στο σχολείο, η Παυλίνα ρώτησε:
“Ερωτευμένος με τη Σαλώμη! Τι είναι ερωτευμένος;”.
Oύτε η Σαλώμη ήξερε τι είναι αυτός ο ρωτευμένος…
Ο Άβελ, πάλι, ήξερε ότι πέφτεις.
Πέφτεις ξερός από έρωτα.
Η Σαλώμη έπεφτε συχνά από το ποδήλατο και ξεραινόταν από τον πόνο,
από έρωτα όμως, ποτέ!

“Οι ερωτευμένοι υπάρχουν μόνο στα παραμύθια!” είπε ο Στέφανος.
“Α,ναι!”
“Για πρίγκιπες και πριγκιποπούλες;”
“Με ωραία φορέματα;”
“Σπαθιά;”
“Βασιλιάδες, βασιλοπούλες;”
“Kαι δράκους;”
“Tότε οι ερωτευμένοι υπάρχουν μόνο στα ψέματα;” ρώτησε η Σαλώμη.

Η Ιουστίνη πίστευε ότι είμαστε ερωτευμένοι επειδή είμαστε λυπημένοι…
ή όταν είμαστε ντροπαλοί…
ή μάλλον αν είμαστε κόκκινοι σαν παντζάρια.
“Όταν είμαστε υπνωτισμένοι!”
Τελικά η Σαλώμη κατάλαβε ότι όταν είμαστε ερωτευμένοι είμαστε τρελούτσικοι!

Η μικρή Νίνα είχε ακούσει να μιλούν για έρωτα κεραυνοβόλο…
“Ερωτευμένος είναι φωτιά!”
“Καίει;”
“Σαν αστραπή!”
“Είναι καταιγίδα”.
“Βρέχει,λοιπόν;”
Και η Σαλώμη σκέφτηκε ότι είναι καλύτερα να έχεις ομπρέλα για να είσαι ερωτευμένος!

Αλλά ο Αριστείδης είπε ότι ερωτευμένος είναι κάτι στην καρδιά.
“Θέλεις να πεις ότι έχεις ταχυπαλμίες;”
“Kαι πυρετό επίσης;”
“Eίσαι χάλια;”
“Είμαστε άρρωστοι;”
“Αχ,πόσο κουραστικό είναι να είσαι ερωτευμένος!” αναστέναξε η Σαλώμη.

“Πρέπει να είμαστε δύο για να είμαστε ερωτευμένοι!”
είπε με σιγουριά ο Άγγελος.
“Μόνοι μας γίνεται;”
“Ή τρείς;”
“Ή τέσσερις;”
“Χα χα! Όλοι ερωτευμένοι!”
“Λοιπόν, θα ήταν καλύτερα να είμαστε πόσοι τελικά;” αναρωτήθηκε η Σαλώμη.

Η Ζέλια η ψηλή ήξερε ότι ερωτευμένος είναι για να παντρευτείςυποχρεωτικά!
“Είναι για τους κυρίους!”
“Και για τις κυρίες!”
“Για τους γονείς!”
“Όχι για τους μικρούς”
“Τότε πρέπει να είσαι μεγάλος για να είσαι ερωτευμένος!” πρόσθεσε η Σαλώμη.

“Πφφφ! Ερωτευμένος, δε σου συμβαίνει ποτέ” αναστέναξε ο Μάριος.
“Φυσικά και συμβαίνει. Πάντα!”
“Και για πάντα!”
“Ή για πέντε λεπτά;”
“Για μια ζωή!”
“Ωωωω…σαν πολύ δεν είναι;” Ξεφύσηξε η Σαλώμη.

“Ερωτευμένος, είναι πολύ σημαντικό!” ανακοίνωσε ο Θωμάς (ο μεγάλος).
“Είναι για τη δασκάλα”.
“Για την καλύτερή σου φίλη!”
“Μόνο για τα κορίτσια λοιπόν;”
“Όχι βέβαια!”
“Όχι! Είναι μόνο για τα αγόρια!” φώναξε η Σαλώμη.

Η Αιμιλία γέλασε γιατί πρέπει να φιλιόμαστε όταν είμαστε ερωτευμένοι!
“Να πιανόμαστε χέρι χέρι!”
“Ερωτευμένοι είναι για να κάνεις μωρά!”
“Χι χι χι!”
“Δεν θα έπρεπε να είσαι τσιτσίδι, μήπως, για να κάνεις τον ερωτευμένο;” Αναρωτήθηκε η Σαλώμη.

“Ερωτευμένος είναι σαν όνειρο!” είπε ο Θωμάς (ο μικρός)
“Πετάμε στον ουρανό!”
“Με λουλούδια…”
“Αιωρούμαστε! Βζινννννν!”
Και η Σαλώμη συμπέρανε ότι είσαι άγγελος όταν είσαι ερωτευμένος.

Αλλά όταν ο Ερνέστος (ο ερωτευμένος) γύρισε για να σπρώξει τη Σαλώμη πολύ δυνατά ακόμα μια φορά, όταν κλότσησε την τσάντα της και ποδοπάτησε το παλτό της επίτηδες…
…κανείς πια δεν είπε τίποτα!
Και η Σαλώμη σκέφτηκε ότι δεν ήξεραν τίποτα για τους ερωτευμένους, όλοι αυτοί!
Ρεμπέκα Ντότρεμερ

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

Η Αγάπη κι ο Χρόνος

Μια φορά κι ένα καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα. Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή. Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπρή θαλαμηγό. Η Αγάπη τον ρωτάει:
- Πλούτε μπορείς να με πάρεις μαζί σου;
- Όχι, δεν μπορώ, απάντησε ο πλούτος. Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα.

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
- Σε παρακαλώ βοήθησέ με, είπε η Αγάπη.
- Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου, της απάντησε η Αλαζονεία.
Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτήν βοήθεια.
- Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου
- Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου, είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή.
- Αγάπη, έλα προς εδώ. Θα σε πάρω εγώ μαζί μου...
Ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τόση ευγνωμοσύνη που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του. Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήρε στο δρόμο του.
Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε ρώτησε τη Γνώση:
- Γνώση πες μου, ποιος ήταν αυτός που με βοήθησε;
- Ο Χρόνος, της απάντησε η Γνώση.
- Ο Χρόνος; ρώτησε η Αγάπη. Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
- Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη...



Άγνωστος συγγραφέας



Η Πόλη των Πηγαδιών


Πόρτα αγνοημένη το νόημα της Ιστορίας αυτής...Μιά Ιστορία για να κοιμούνται τα παιδιά και να ξυπνάνε οι μεγάλοι...Απλά μια Ιστορία για να σκεφτείς τους δρόμους που ίσως δεν βάδισες ακόμα...


Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Το χρυσαλιφούρφουρο


Το "Χρυσαλιφούρφουρο", σε στίχους Μαριανίνας Κριεζή, μουσική Νίκου Κυπουργού, από τη Σαββίνα Γιαννάτου

Στα λαγκάδια της Λιλιπούπολης
βγαίνει ένα λουλουδάκι
που το λεν Χρυσαλιφούρφουρο
και μοιάζει με χρυσό τριανταφυλλάκι.

Φύσα, φύσα το Χρυσαλιφούρφουρο,
φύσα το την ʼνοιξη να φέρεις.
Κι αν πετάξει σα φτερό και πούπουλο,
κάποιος σ' αγαπάει και δεν το ξέρεις.

Χρυσαφένια φλουράκια κρέμονται
κάτω από τα πέταλά του.
Και στου Ζέφυρου το παιχνίδισμα
σαν να κουδουνίζει κάπου κάπου.

Φύσα, φύσα το Χρυσαλιφούρφουρο,
που κρατάς την Άνοιξη στο χέρι
Κι αχ! Αν γίνει σκόνη και χρυσόσκονη,
κάποιον αγαπάς και δεν το ξέρει.


Οπως όλα τα παραμύθια, έτσι και η Λιλιπούπολη ξεκινάει με την γνωστή και μαγική φράση «Μιά φορά κι ενα καιρό».
Μια φορά κι ένα καιρό λοιπόν, αποκαλύφθηκε μπροστά μας μια πόλη ονειρική, γεμάτη χρώματα, γεμάτη αλήθειες, γεμάτη ακτινοβόλα ενέργεια
με ήρωες που αγαπήσαμε,που μας έκαναν να γελάσουμε αλλά και να συγκινηθούμε. Ο μύθος της Λιλιπούπολης ταξίδεψε πάνω στα αόρατα κύματα μιας ραδιοφωνικής εκπομπής.
Η Λιλιπούπολη έτρεχε στα ερτζιανά από το 1976 εως το 1980 στην συχνότητα του Τρίτου προγράμματος που διήυθυνε ο Μάνος Χατζιδάκις.Στήν Λιλιπούπολη στάθηκαν παιδιά αλλά και μεγάλοι, γιατί πάντα, ακόμα και σήμερα με τα δισκογραφημένα τραγούδια της, προσφέρει σε όλους ένα υπέροχο ταξίδι στην χώρα των παιδικών αναμνήσεων και στον κόσμο του φανταστικού που όλα είναι πιθανά, όλα αποκτούν σάρκα και οστά.
Εκεί βρίσκουμε το όνειρο....


Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

ΛΟΥΛΟΥΔΙ

http://www.scribd.com/doc/29315347/fleur
Πατήστε το URL για να το δείτε.