Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011


Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Τιτάνες και Γίγαντες

Κλασσικά Εικονογραφημένα · Νο. 1249 · Τιτάνες και Γίγαντες

ΔΑΦΝΗΣ και ΧΛΟΗ

Κλασσικά Εικονογραφημένα · Νο. 1250 · Δάφνης και Χλόη

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Παπαφλέσσας

Κλασσικά Εικονογραφημένα · Νο. 1267 · Παπαφλέσσας

Καραϊσκάκης

Κλασσικά Εικονογραφημένα · Νο. 1268 · Καραϊσκάκης

Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος

Κλασσικά Εικονογραφημένα · Νο. 1041 · Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Charlie The Chipmunk - Vancouver Film School

video

Charlie The Chipmunk - Vancouver Film School (VFS) by VancouverFilmSchool
Created by Vancouver Film School student Bob Wijgman through the VFS 3D Animation & Visual Effects program.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Η ΜΙΚΡΗ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΑ



Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια μικρή κόκκινη κλώσα, που σκάλιζε το χώμα στη φάρμα που ζούσε, μέχρι που ανακάλυψε μερικούς σπόρους σιταριού. Φώναξε τότε τους γείτονές της και τους είπε 'Αν φυτέψουμε αυτούς τους σπόρους, θα μπορέσουμε να έχουμε ψωμί να φάμε. Ποιος θα με βοηθήσει στο όργωμα και στο φύτεμα;' ρώτησε η μικρή κόκκινη κλώσα.

'Όχι εγώ', είπε η αγελάδα, 'τέλειωσε το ωράριο μου'.

'Όχι εγώ', είπε η πάπια, 'σήμερα έχω ημιαργία'.

'Όχι εγώ', είπε το γουρούνι, 'έχω πάρει άδεια αιμοδοσίας'.
'Όχι εγώ', είπε η χήνα, 'ψάχνω για δουλειά'.


'Θα το κάνω τότε μόνη μου', είπε η μικρή κόκκινη κλώσα. Κι έτσι κι έκανε. Όργωσε το χωράφι, φύτεψε τους σπόρους, πότισε το χωράφι, το σιτάρι ψήλωσε κι ωρίμασε, που έγινε ψηλό και ολόχρυσο. 'Ποιος θα με βοηθήσει να θερίσω το σιτάρι;' ρώτησε τότε η μικρή κόκκινη κλώσα.

'Όχι εγώ', είπε η πάπια, 'σήμερα κάνω στάση εργασίας.'

'Όχι εγώ, είναι εκτός της ειδικότητας μου', είπε το γουρούνι.

'Όχι εγώ, θα χάσω την αρχαιότητά μου', είπε η αγελάδα.
'Όχι εγώ, θα χάσω το επίδομα ανεργίας', είπε η χήνα.


'Θα το κάνω τότε μόνη μου', είπε η μικρή κόκκινη κλώσα. Κι έτσι κι έκανε. Θέρισε το σιτάρι, έφτιαξε το αλεύρι και έφτασε επιτέλους η ώρα να φτιαχτεί το ψωμί. 'Ποιος θα με βοηθήσει να ζυμώσω το ψωμί;' ρώτησε η μικρή κόκκινη κλώσα.

'Όχι εγώ, θα ήταν υπερωρία αν σε βοηθούσα', είπε η αγελάδα.

'Όχι εγώ, θα έχανα το επίδομα της έγκαιρης προσέλευσης', είπε η πάπια.

'Όχι εγώ, θα έχανα το επίδομα ωρίμανσης, είπε το γουρούνι.
'Όχι εγώ, θα ήτανε ρατσιστικό να ήμουν εγώ η μόνος βοηθός', είπε η χήνα.


'Θα το κάνω τότε μόνη μου', είπε η μικρή κόκκινη κλώσα. Ζύμωσε κι έψησε πέντε φρατζόλες. Μύρισε όμορφα το φρεσκοψημένο ψωμί, σε όλη η φάρμα και τότε μαζεύτηκαν όλα τα ζώα. Όλα θέλανε - για την ακρίβεια απαιτούσανε -, μερίδιο απ' το ψωμί. Αλλά η μικρή κόκκινη κλώσα είπε, 'Όχι, μπορώ να φάω και τις πέντε φρατζόλες μοναχή μου'.

'Αίσχος - Κερδοσκοπία!', φώναξε η αγελάδα.

'Καπιταλιστική βδέλλα!', ούρλιαξε η πάπια.

'Απαιτώ ίσα δικαιώματα!', διαμαρτυρήθηκε η χήνα.
Και το γουρούνι, απλώς γρύλισε, καθώς βαρέθηκε να κάνει κάτι παραπάνω.


Και γράψανε σε πλακάτ 'Αδικία', 'Η μικρή κόκκινη κλώσα να φορολογηθεί', 'Να κρατικοποιηθεί το ψωμί', 'Τα πεινασμένα ζώα έχουν δίκιο', 'Νόμος είναι το δίκιο του γουρουνιού' και κάνανε πορεία γύρω - γύρω από τη μικρή κόκκινη κλώσα φωνάζοντας διάφορα συνθήματα.


Τότε ήρθε ο αντιπρόσωπος της κυβέρνησης και είπε στη μικρή κόκκινη κλώσα. 'Δε πρέπει να είσαι τόσο άπληστη, δεν μπορείς να το φας μόνη σου'.
'Μα εγώ δούλεψα μόνη μου, για να φτιαχτεί αυτό το ψωμί, κανένας άλλος δεν με βοήθησε', είπε η μικρή κόκκινη κλώσα. 'Ολομόναχη μου, τα έκανα όλα.'
'Ακριβώς', είπε ο αντιπρόσωπος της κυβέρνησης. 'Αυτή είναι η ομορφιά της ελεύθερης αγοράς. Καθένας μπορεί να δουλεύει όσο θέλει. Αλλά, με τους σύγχρονους κρατικούς κανονισμούς, το ψωμί θα πρέπει να μοιραστεί σε όλα τα ζώα και η εσύ μικρή κόκκινη κλώσα, θα πρέπει να δώσεις φόρο την μισή φρατζόλα ψωμιού στο κράτος, να πληρώσεις ακόμα φόρο ακίνητης περιουσίας για το χωράφι που όργωσες, να πληρώσεις για να δημοσιεύσεις στις εφημερίδες φωτογραφίες του ψωμιού που έψησες και να πληρώσεις εισφορές στα ταμεία των αγροτών, των μυλωνάδων και αρτοποιών, οπότε θα σου μείνει το ένα τέταρτο της φρατζόλας. Τι νομίζεις δηλαδή, ότι εσύ θα τρως και οι άλλοι θα πεινάνε;'

Και έζησε η μικρή κόκκινη κλώσα καλά -με το ένα τέταρτο της φρατζόλας-, και τα υπόλοιπα ζώα -με τις ολόκληρες φρατζόλες- ακόμα καλύτερα. Κι από τότε, η μικρή κόκκινη κλώσα σταμάτησε να φτιάχνει το ψωμί της σε αυτήν τη φάρμα  και πήγαινε σε άλλη φάρμα. Οι γείτονές της όμως, η πάπια, η αγελάδα, το γουρούνι και η χήνα αναρωτιόνται ακόμα μέχρι σήμερα γιατί η μικρή κόκκινη κλώσα δεν έφτιαξε ποτέ ξανά άλλο ψωμί.

 (Παραλλαγή του αγγλικού παιδικού παραμυθιού : "The little red hen.")


Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Marc Сhagall Passion / Strasty po Shagalu (Part 1)

video

Cartoon Film about life and creative work of the great russian artist Marc Chagall. OST is Folk Jewish Music by Kristall-Balalayka Folk Band. For more info, audio and videos:

Marc Сhagall Passion / Strasty po Shagalu (Part 2)


video


Marc Chagall was born in 1887 to a poor Jewish family in Russia. He was the eldest of nine children. Chagall began to display his artistic talent while studying at a secular Russian school, and despite his father's disapproval, in 1907 he began studying art with Leon Bakst in St. Petersburg. It was at this time that his distinct style that we recognize today began to emerge. As his paintings began to center on images from his childhood, the focus that would guide his artistic motivation for the rest of his life came to fruition.
In 1910, Chagall, moved to Paris for four years. It was during this period that he painted some of his most famous paintings of the Jewish village, and developed the features that became recognizable trademarks of his art. Strong and bright colors began to portray the world in a dreamlike state. Fantasy, nostalgia, and religion began to fuse together to create otherworldly images...
Chagall received many prizes and much recognition for his work. He was also one of very few artists to exhibit work at the Louvre in their lifetime.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Tο μικρό γκρίζο κορίτσι στον φουξορόζ κόσμο (Amelie Law)


     Στη χώρα του φουξορόζ, την Φουξοροζάρια, κάποια Ροζευή σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο στο Ροζουλοκομείο «Ο Άγιος Ρόζος», γεννήθηκε ένα μικρό κορίτσι. Σε αυτή τη χώρα όλα τα μωρά γεννιόντουσαν στο σκοτάδι διότι το φως ξεθώριαζε το υπέροχο φουξορόζ χρώμα που έτρεμε ακόμα και κυλούσε πάνω στο ευαίσθητο δέρμα τους.


     Όταν, μετά από δέκα μέρες, το φουξορόζ δέρμα γυάλιζε κι έλαμπε, οι γονείς έπαιρναν τα αστραφτερά χρωματιστά μωρά τους στο σπίτι όπου στήνονταν μεγάλες γιορτές που συνήθως διαρκούσαν επτά μέρες και επτά νύχτες.
     Η γέννηση ενός παιδιού στην Φουξοροζάρια ήταν μεγάλο γεγονός αφού κάθε ζευγάρι είχε δικαίωμα να αποκτήσει μόνο ένα παιδί. Βάσει νόμου! Αν κάποιο ζευγάρι δεν υπάκουε στον ένα νόμο, η τιμωρία ήταν σκληρή: εξοριζόταν στη διπλανή χώρα του μαύρου και άραχνου, την Μαυρονία.
     Στη Μαυρονία χρησιμοποιούσαν τους εξόριστους Φουξοροζίτες για λαμπατέρ. Ζωή κι αυτή! Να στέκεσαι ολημερίς και ολονυχτίς μές τα μαύρα σκοτάδια σφίγγοντας την κοιλιά σου για να βγάζεις ροζ φως… Δύσκολη αποστολή!
     Έτσι, όλα τα ζευγάρια συμμορφώνονταν στον ένα νόμο και γεννούσαν μόνο ένα παιδί που το υποδέχονταν με μεγάλη χαρά και αγαλλίαση. Κανένας δεν ρωτούσε γιατί επιβλήθηκε αυτός ο νόμος, κανένας δεν έψαξε την απαρχή του. Είχαν ξεχάσει προ πολλού πώς είναι να αναρωτιέσαι.
     Δέκα μέρες πέρασαν από τη γέννηση του μικρού κοριτσιού. Όταν οι γονείς του πήγαν στο ροζουλοκομείο να παραλάβουν το παιδί τους, αντίκρυσαν παγωμένους φουξοροζάνθρωπους να τους κοιτούν μαγκωμένοι: τις νοσοκόμες, τους γιατρούς, τις τηλεφωνήτριες στην υποδοχή. Αντάλλαξαν ματιές αγωνίας καθώς κατάλαβαν ότι κάτι κακό είχε συμβεί!
     Ένας γιατρός τους πλησίασε «Ας περάσουμε στο γραφείο. Πρέπει να μιλήσουμε». Προχώρησαν με ξυλιασμένα βήματα νιώθοντας το πάτωμα να μπαίνει μέσα στα παπούτσια τους λες και περπατούσαν πάνω σε καρφιά.

     Στο γραφείο πια, ο γιατρός τους τρυπούσε με τη ματιά του: Το παιδί που γέννησαν είχε τεράστια γενετική ανωμαλία. Το παιδί ήταν γκρίζο! Γεννήθηκε ένα γκρίζο κορίτσι στη Φουξοροζάρια! Καταστροφή και όλεθρος!
     Οι γονείς του κοριτσιού κράτησαν τις ανάσες τους όταν άκουσαν το κλακ του πόμολου και ένιωσαν την παρουσία των αξιωματικών Φουξοτάξης & Ροζοχαράς.
     Οι αξιωματικοί στάθηκαν μπροστά στο γραφείο του γιατρού ίσιοι και αυστηροί. Το φως του δέρματός τους είχε κίτρινες και πορτοκαλί ανταύγειες αποτέλεσμα χρόνιων επεμβάσεων και φαρμακευτικών αγωγών για να ενσωματωθούν στα όργανα Φουξοτάξης & Ροζοχαράς.
     «Λοιπόν κύριε Ροζίτη; Τι συνέβη εδώ;» μούγκρισε ο πιο ψηλός «παραβήκατε τον νόμο. Τον ένα νόμο».
     Ο πατέρας του γκρίζου κοριτσιού μαζεύτηκε, προσπαθώντας να δίνει μικρότερο στόχο «Δεν το ξέραμε, δεν το ξέραμε» ψέλλισε «δεν το φανταστήκαμε».
     «Ο νόμος είναι σαφής κύριε Ροζίτη. Ο νόμος είναι ένας. Ο πληθυσμός δικαιούται ένα παιδί. ΈΝΑ! Χάσατε το πρώτο σας παιδί κύριε Ροζίτη και το κρύψατε από τα όργανα. Δεν είχατε δικαίωμα να προσπαθήσετε ξανά».
     «Μα, μα δεν ξέραμε ότι υπήρχε κίνδυνος να γεννηθεί γκρίζο παιδί! Δεν μας το είπε κανείς…»
     «Ο ρόλος σας είναι να υπακούτε κύριε Ροζίτη. Να υπακούτε! Η Φουξοροζάρια και τα όργανα της Φουξοτάξης & Ροζοχαράς δεν είχαν καμιά υποχρέωση να σας ενημερώσουν! Οι νόμοι υπάρχουν για να τους υπακούτε! Οι άριστοι πολίτες πρέπει να υπακούν χωρίς να αναρωτιούνται! Αλίμονο αν σας δίναμε το περιθώριο να αναρωτιέστε!»
     Ο πατέρας του γκρίζου κοριτσιού έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε κλεφτά τη γυναίκα του που ανάσαινε κλεφτά. Το βλέμμα της είχε χαθεί στον πίνακα που απεικόνιζε μια ροζ ανατολή πίσω από την πλάτη του γιατρού.
     Περίμενε τα επόμενα βέβαια λόγια του αξιωματικού «Πρέπει να μας ακολουθήσετε. Κύριέ μου, Κυρία μου…» έκανε ο αξιωματικός νεύμα να σηκωθούν και με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού χαιρέτησε το γιατρό.
     Η γυναίκα σκέφτηκε ότι ήταν ανώφελο να ρωτήσει τι θα απογίνει το παιδί, σηκώθηκε με κόπο και χωρίς να κοιτάξει πίσω της βγήκε από το γραφείο.

     Την επόμενη μέρα το ζευγάρι φώτιζε τη χώρα των Μαύρων και το γκρίζο κορίτσι αφού σβήστηκε από τα κατάστιχα του Ροζουλοκομείου, φορτώθηκε σ’ ένα παρδαλό αυτοκίνητο προς το Γκρίδρυμα. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Ο Ένας Νόμος είχε τηρηθεί για άλλη μια φορά.
     Το Γκρίδρυμα ήταν ένα μεγάλο κτίριο που περιβαλλόταν από έναν πανύψηλο τοίχο γεμάτο σύρματα και σπασμένα γυαλιά. Εκεί μαντρώνονταν τα γκρίζα παιδιά, τα γκριπαίδια όπως τα αποκαλούσαν, αυτά που είχαν γεννηθεί «κατά λάθος» από γονείς που είχαν αψηφήσει ή παρερμηνεύσει τον Ένα Νόμο.
     Τα γκριπαίδια μεγάλωναν χωρίς να ξέρουν ότι έξω από τον μεγάλο τοίχο υπήρχε μια μεγάλη χώρα και παραδίπλα μια άλλη και μια άλλη και μια άλλη.
     Ονόματα δεν είχαν. Ούτε καν νούμερα. Τους έδιναν έναν κωδικό που αντιστοιχούσε στην πτέρυγα του Γκριδρύματος στην οποία ζούσαν. GR1A, GR1B, GR3854C και πάει λέγοντας. Τα γκριπαίδια όταν άκουγαν τον κωδικό τους γυρνούσαν όλα μαζί και υπάκουαν ομαδικά στις εντολές.
     Η λέξη «όχι» ήταν απαγορευμένη. Το ίδιο και η λέξη «δεν» και η λέξη «εγώ» και η λέξη «θέλω». Τα γκριπαίδια μιλούσαν μια γλώσσα που είχε μόνο «ναι» και «εμείς». Απομονωμένα από τον έξω κόσμο, χωρίς όνομα ή ταυτότητα, αναπτύσσονταν στο τσαμπί τους ομοιόμορφα σα να ήταν σταφύλια ή ντοματάκια τσέρυ, έλεγαν πάντα «ναι» και «μάλιστα κύριε» και μόλις έκλειναν τα δώδεκα και ήταν αρκετά δυνατά για να δουλέψουν, μεταφέρονταν στο γκρικτίριο δίπλα στο Ροζυχείο.

      Στο Ροζυχείο οι μέρες ξεκινούσαν αξημέρωτα κάτω από κίτρινα ασθενικά φώτα. Τα γκριπαίδια με τη συνοδεία Φυλάκων της Φουξοτάξης & Ροζοχαράς, ντυμένα με τις πλαστικές λαχανί στολές που ανακλούσαν το φως ακόμα και στο πιο βαθύ σκοτάδι, έμπαιναν στα λαγούμια για να βγουν αργά το απόγευμα.
     Η δουλειά ήταν σκληρή και πολλές ήταν οι φορές που κάποιο γκριπαίδι έπεφτε και δεν ξανασηκωνόταν. Από το ξημέρωμα μέχρι αργά το βράδυ έσκαβαν και στοίβαζαν το Ροζάνιο, το απαραίτητο στοιχείο για την επιβίωση των κατοίκων της χώρας. Ένα απολύτως τοξικό ορυκτό για όλους τους ανθρώπους με το λαμπερό δέρμα αλλά παράλληλα αναγκαίο για τη διατήρηση του υπέροχου χρώματός τους.
     Οι Ροζάνθρωποι γνώριζαν ότι αν άγγιζαν το ορυκτό στην ακατέργαστη μορφή του σταδιακά θα μεταλλάσσονταν  σε Μαυρανθρώπους και θα έπρεπε να εξοριστούν από την Φουξοροζάρια. Έτσι, χρησιμοποιούσαν τα γκριπαίδια για την εξόρυξή του στο Ροζυχείο.
     Το ακατέργαστο υλικό μεταφέρονταν υπογείως με βαγονέτα στο ΕΕΡ όπου μετά από επεξεργασία γίνονταν μικρά φουξορόζ χάπια που γέμιζαν τα ράφια των ροζφακείων και καταναλώνονταν σε τεράστιες ποσότητες από τους κατοίκους της χώρας.

      Οι μέρες και οι νύχτες εναλλάσσονταν. Μέρα, νύχτα, μέρα, νύχτα. Ξύπνημα, πλύσιμο, ντύσιμο, στοίχιση, περπάτημα, δουλειά, ναι, αμέσως, βεβαίως, μάλιστα, φαγητό, δουλειά, ναι, ναι, ναι, κουδούνι, περπάτημα, φαγητό, ύπνος. Ναι. Ναι. Ναι.
     Μην αναρωτιέσαι αν τα γκριπαίδια ήταν χαρούμενα. Ήταν σχεδόν ευτυχισμένα. Δεν ήξεραν να είναι δυστυχισμένα. Δεν ήξεραν να είναι λυπημένα. Ήξεραν να είναι γκριπαίδια: ατυχήματα, παρεκτροπές, η νότα που κατάστρεφε τον τέλειο κόσμο των φουξορόζ ανθρώπων που δεν τον ήξεραν, άρα δεν υπήρχε.
     Το γκριπαίδι που γεννήθηκε από τον κύριο και την κυρία Ροζίτη άκουγε στο όνομα GR8457D. Στα δεκατέσσερά του είχε ένα βαθύ γκρίζο χρώμα, γκρίζα μάτια και γκρίζα καρδιά. Ξυπνούσε το πρωί, περπατούσε, έσκαβε, έτρωγε, ξαναέσκαβε, περπατούσε και κοιμόταν, χωρίς να αναρωτιέται, χωρίς να απορεί. Ήταν ένα τυπικό γκριπαίδι.
     Ένα πρωινό, μεσημέρι ή απόγευμα δεν έχει σημασία, σκάβοντας μέσα στο Ροζυχείο, βρήκε ένα μικρό κουτί, ένα τόσο δα κουτί που στραφτάλιζε με ένα παράξενο πορτοκαλοκίτρινο χρώμα που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί. Σε μια μικρή μετέωρη στιγμή η GR8457D,  έκρυψε το κουτί κάτω από την πράσινη λαχανί φόρμα και συνέχισε να σκάβει. Δεν ξέρουμε ακόμα τι ήταν αυτό που την έκανε να μην δώσει το κουτί στον ομαδάρχη και να συνεχίσει τη δουλειά της. Ίσως το χρώμα, ίσως το σχήμα του, ίσως η παράξενη λέξη που έβλεπε πάνω του. «Όχι». Τι σήμαινε «όχι» άραγε;
     Το βράδυ, κάτω από την γκρίζα κουβέρτα της προσπάθησε να ανοίξει το κουτί. Στην αριστερή γωνία του είχε ένα μικρό εξόγκωμα που όταν το πάτησε έκανε κλακ. Το κουτί περιείχε ένα μικρό βιβλίο, με μια σημείωση στην πρώτη του σελίδα. «Σε σένα, που θα αλλάξεις τον κόσμο».

     Το μικρό κορίτσι άρχισε να διαβάζει με κόπο καθώς το μόνο φως στον κοιτώνα ήταν ένα ασθενικό γκρίζο φως που έβγαινε από το ταβάνι. Μπροστά της έκαναν παρέλαση, ταόχι, τα ίσως, τα εγώ, τα πιθανόν, τα αλλά. Πόσα αλλάείχε τούτο το βιβλίο που έμοιαζε να γράφτηκε μόνο και μόνο για να αποσυνθέσει τον Φουξορόζ κόσμο!
     Το κεφάλι του μικρού γκρίζου κοριτσιού θα έσπαγε σε πολλά πολλά μικρά γκρίζα κομμάτια αν δεν άκουγε το εγερτήριο και τις φωνές των ομαδαρχών. «Εμείς ξυπνάμε τώρα, εμείς δουλεύουμε, εμείς είμαστε καλά, εμείς είμαστε παραγωγικοί, εμείς προσφέρουμε, εμείς έχουμε αποτελέσματα, εμείς, εμείς, εμείς…»
      Έκρυψε το κουτί με το μικρό βιβλίο κάτω από την πράσινη λαχανί στολή νιώθοντας τη μεταλλική επιφάνεια να της ζεσταίνει παράδοξα το δέρμα. Σηκώθηκε, πλύθηκε γρήγορα, συντάχθηκε και περπάτησε προς το Ροζυχείο όπως κάθε μέρα.
     Στο δρόμο άκουγε τα βήματά της, κλατς κλατς. Κοίταξε κάτω παραξενεμένη. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Κι όμως άκουγε το δικό της κλατς κλατς. Ο βηματισμός της διπλανής της έκανε κλατς και κλουτς. Και το γκριπαίδι πίσω της έκανε κλατς κλουτς χρουτς, σε κάθε βήμα. Σα να έσερνε το πόδι, σαν να  ήταν κουρασμένο. Ποτέ πριν δεν είχε ξανακούσει τα διαφορετικά βήματα των συγκατοίκων της. Πάντα άκουγε ντουπ ντουπ ντουπ και κοίταζε ευθεία μπροστά. Ευθεία μπροστά, όπως της είχαν μάθει.

     Χαμογέλασε μέσα από τα χείλη της και με το κορμί ίσιο, έριξε μια πλάγια ματιά προς τον ήλιο που έσκαγε πίσω από το Ροζυχείο.
     «Εγώ περπατάω διαφορετικά, εσύ περπατάς διαφορετικά, εμείς περπατάμε όλοι μαζί χωρίς να ξέρουμε γιατί. Εγώ περπατάω διαφορετικά, εσύ περπατάς διαφορετικά, γιατί περπατάμε όλοι μαζί; Εγώ περπατάω διαφορετικά, εσύ περπατάς διαφορετικά, ποιος είναι αυτός που μου λέει τι να κάνω;»
    Μια καινούρια παράξενη μέρα ξημέρωνε στη Φουξοροζάρια.
Posted: 13/06/2011 by Amelie Law in Παραμύθια
Ετικέτες:Παραμύθια
 (Αν προτιμάς τα μικρά βιβλιαράκια, πάτησε εδώ: http://issuu.com/amelielaw/docs/fouxorozaria)

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

To μικρό παράξενο πλαστικασημένιο στρατιωτάκι by Amelie Law

Ήταν μια φορά μια άμορφη μάζα που περίμενε τη σειρά της να γίνει παιχνίδι.

Στρατιώτης θα γινόταν! Πλαστικός! Θα είχε λέει δύο πόδια, δύο χέρια κι ένα όπλο στον ώμο. Θα τον έπαιρνε ένα παιδάκι και θα τον ζωγράφιζε με χρώματα ή θα τον άφηνε πράσινο. Δεν τον ένοιαζε! Αρκεί να γινόταν στρατιώτης! Θα έμπαινε σ’ένα κουτί που θα έγραφε «Plastic Soldier Playset-Free your Spirit-Live the Adventure» με κόκκινα μεγάλα γράμματα και όμορφες φωτογραφίες. Θα είχε κι ένα διάφανο παράθυρο το κουτί για να βλέπει τον κόσμο!
Καθώς κοιμόταν στην πρέσα περιμένοντας να πάρει σχήμα ονειρευόταν μεγάλες μάχες, σπουδαίες νίκες, πολεμικές ιαχές που θα δονούσαν τον αέρα. Είχε ακούσει ότι τα παιχνίδια-στρατιωτάκια κάνουν καλή καριέρα κι έχουν και καλό τέλος συνήθως. Είχε ακούσει ότι όταν τα παιδάκια που τ’αγοράζουν βαρεθούν να παίζουν μαζί τους τα βάζουν όλα μαζί σ’ένα κουτί και τ’αφήνουν στην ησυχία τους.  Μες το κουτί τα στρατιωτάκια συναντούν όλους τους παλιούς τους φίλους και από το πρωί ως το βράδυ συζητάνε για τις μάχες που έκαναν στην πορεία της ζωής τους ως παιχνίδια.


Λένε για τους νεκρούς, τους τραυματίες, τα εδάφη που κατάκτησαν και τη στρατηγική που ακολούθησαν οι αρχηγοί τους. Έτσι είχε ακούσει ο μικρός ασημένιος στρατιώτης και ανυπομονούσε να πάρει το σχήμα του, να πιάσει το όπλο του, να δώσει μάχες, κατακτήσει, να νικήσει και μετά κουρασμένος να λέει τις ιστορίες του στους συντρόφους του και να χαίρεται.

Ένα λάθος έγινε… Ο εργάτης ήταν κουρασμένος και άυπνος! Πού να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά… Σκόνταψε κι ο πλαστικός στρατιώτης έπεσε από τα χέρια του μέσα στο λιωμένο ασήμι, που προορίζονταν γι’ άλλα πιο ακριβά και πιο σπουδαία παιχνίδια, για μεγάλους!
Ο εργάτης τον μάζεψε με την κουτάλα, τον άφησε παράμερα να στεγνώσει και τον έβαλε στο κουτί γρήγορα, να μην τον δουν για να μην τον κατσαδιάσουν. Ήταν τόσο κουρασμένος!
Κι έτσι, ο πλαστικός στρατιώτης που κατά λάθος έγινε ασημένιος και διαφορετικός απ’ όλα τ’άλλα πανομοιότυπα στρατιωτάκια πήρε το δρόμο για το παιχνιδάδικο καμαρώνοντας μες το κουτί του και τρέμοντας από χαρά!
Επιτέλους! Θα κατακτούσε κορυφές! Τραπέζια, πατώματα, μαξιλάρια, ψηλές βιβλιοθήκες!

Η κοπέλα στο μαγαζί με τα παιχνίδια μόλις τον είδε μέσα από το διαφανές παραθυράκι του κουτιού του, έμεινε να τον παρατηρεί. Τι παιχνίδι ήταν τούτο! Τόσο διαφορετικό! Φώναξε το διευθυντή καθώς κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Αυτός άνοιξε το κουτί, περιεργάστηκε το στρατιωτάκι, το ζούληξε από δω, το πάτησε από κει και αποφάσισε! Δεν ήταν παιχνίδι. Κάποιο λάθος έγινε στη συσκευασία. Διακοσμητικό ήταν και έπρεπε να μπει σε άλλο τμήμα.  Ο μικρός ασημένιος στρατιώτης φώναζε, χτυπιόταν κι έκλαιγε για το κακό που του έκαναν αλλά κανένας δεν τον άκουγε, ήταν όλοι τόσο απασχολημένοι με τις νέες παραλαβές. Στο τμήμα με τα δώρα τα διακοσμητικά τον κοιτούσαν στραβομουτσουνιάζοντας. Τι παράξενο διακοσμητικό ήταν τούτο! Ποια κυρία θ’αγόραζε έναν μικρό ασημένιο στρατιώτη για να ομορφύνει το σπίτι της; Κάτι εμπνεύσεις που έχει το τμήμα προμηθειών! Τον έβαλαν σ’ ένα ράφι πίσω από ένα τεράστιο επάργυρο ρόδι κι έμεινε εκεί να μαραζώνει. Δεν έβλεπε τίποτα! Δεν καταλάβαινε τι του συνέβαινε. Ήξερε όμως ότι τα πράγματα δεν είχαν πάει καλά, μα καθόλου καλά. Τις μέρες δεν άκουγε παιδικές φωνές και όσο κι αν τεντωνόταν δεν μπορούσε να δει πού βρίσκεται. Στο ράφι για παρέα του είχε μια ασημένια μικρή τσαγιέρα που της είχαν κρεμάσει μια φούντα στο χερούλι που την ενοχλούσε κι όλο γκρίνιαζε, ένα πιάτο με παράξενα φρούτα που δεν μύριζαν, δεν χαλούσαν, πάντα ίδια έμεναν κι αυτό το τεράστιο ρόδι μπροστά του που του έκοβε τη θέα! Ήθελε τόσο να σηκώσει το πόδι του να του δώσει μια κλωτσιά να είναι όλη δική του! Αλλά δεν μπορούσε, ήταν πολύ βαρύ το πόδι του, δεν μπορούσε να το κουνήσει… Τίποτα δεν άλλαζε στο ράφι τους. Κανένας πελάτης δεν κοιτούσε εκεί, κανένας δεν ήθελε το ρόδι, το πιάτο με τα ψεύτικα φρούτα, την τσαγιέρα και τον μικρό ασημένιο στρατιώτη με την πλαστική καρδιά. Το στρατιωτάκι μαράζωνε μέρα τη μέρα. Λυπημένο στεκόταν πάντα όρθιο, πάντα κρατώντας το όπλο του, πάντα έτοιμο για μάχη, περιμένοντας το χεράκι που θα του δώσει την αλλαγή που έψαχνε. «Δε φταίω εγώ» σκεφτόταν «ο εργάτης ήταν πολύ κουρασμένος, ήταν πολύ κουρασμένος» και φούσκωνε την πλαστική καρδιά του μπας και σπάσει το ασήμι και καταλάβουν όλοι ότι ήταν ίδιο με όλα τα άλλα τα στρατιωτάκια, λάθος έκαναν, δεν έπρεπε να το βάλουν στα διακοσμητικά, αυτό παιχνίδι ήταν! Να παίξει ήθελε! «Δε φταίω εγώ» φώναζε σιωπηλά «Εγώ να παίξω ήθελα» κοιτούσε ευθεία μπροστά «Εγώ να παίξω ήθελα σας λέω» έσκυβε ξανά «Εγώ δεν έπρεπε να είμαι εδώ» η τσαγιέρα γκρίνιαζε για τη φούντα που της κρέμασαν «Κανένας δε με θέλει εμένα» η πλαστική του καρδιά έσπαγε κάτω από το ασήμι που το έντυσαν.

Ο καιρός περνούσε, το στρατιωτάκι μαύριζε κι άλλαζε όψη αλλά κανένας δεν του έδινε σημασία μια που δεν φαινόταν, κανένας δεν το έβλεπε, μαράζωνε μοναχό του αλλά κανένας δεν ερχόταν να το πάρει στα χέρια του, ήθελε να φωνάξει τη θλίψη του δυνατά αλλά τα χείλη του ήταν βαριά κι αυτά, δεν μπορούσε να τα κουνήσει. Έμεινε να φωνάζει σιωπηρά «δε θέλω να είμαι μοναχό! Μ’ακούει κανείς; Θέλω να παίξω κι εγώ!»


Άλλο ένα ακίνητο πρωινό ξημέρωσε. Ένα ίδιο πρωινό με όλα τ’ άλλα, δίπλα στην τσαγιέρα, το πιάτο με τα φρούτα και το τεράστιο ρόδι. Με κλειστά μάτια γευόταν τον αέρα και κατακτούσε το τέταρτο ύψωμα στη σειρά! Άλλο ένα παράσημο για τον γενναίο μαχητή, που ο στρατηγός ήταν έτοιμος να του καρφιτσώσει στο στήθος του! Ρούφηξε την κοιλιά του, τέντωσε το στήθος του, σήκωσε το πηγούνι ψηλά και όλο περηφάνια περίμενε σε στάση προσοχής «Μη χάσεις την ισορροπία σου! Προσοχή καημένε μου! Ο στρατηγός είναι εδώ! Μη γίνεις ρεζίλι» Ξαφνικά όλα ήρθαν ανάποδα! Έβλεπε το ταβάνι για πάτωμα και το πάτωμα για ταβάνι, ο κόσμος του γέμισε νέες εικόνες, πολύχρωμες, ασημένιες, χρυσές, γυάλινα βάζα, πορσελάνινες κούκλες με πολύτιμα στολίδια,  κηροπήγια με κόκκινα κεριά, άνθρωποι που κινούνταν ανάμεσα στα ράφια μιλώντας μεταξύ τους, πιάνοντας δώρα και λογής λογής αντικείμενα, ένα χέρι ζέσταινε την ασημοπλαστικένια του ύπαρξη και τον τράνταζε κουνώντας τον πάνω κάτω «Εγώ αυτό θέλω!» φώναζε ένα κορίτσι και τον έκανε ν’ανοίξει τρομαγμένος τα μάτια του «Εγώ αυτό θέλω σου λέω!» Η μητέρα του κοριτσιού προσπαθούσε να τη μεταπείσει «Τι να το κάνεις αυτό; Είναι στρατιωτάκι, δε βλέπεις; Είσαι κορίτσι! Τα κορίτσια δεν παίζουν με στρατιωτάκια! Γιατί είσαι τόσο ανάποδη; Τόσο παράξενη;» «Εγώ αυτό θέλω! Θα με φυλάει τις νύχτες από τα κακά μου όνειρα! Έχει και όπλο! Δε θ’ αφήνει κανέναν να μου κάνει κακό! Εγώ αυτό θέλω σου λέω! Θέλω να κοιμάμαι ήσυχη! Σε παρακαλώ μαμά μου!» Η γυναίκα αναγκάστηκε να υποχωρήσει καθώς το κοριτσάκι είχε ξεσηκώσει με τις φωνές του όλο το μαγαζί.

 Κι έτσι το παράξενο στρατιωτάκι βρέθηκε να συντροφεύει ένα μικρό παράξενο κορίτσι που δεν έπαιζε με κούκλες, έβλεπε άσχημα όνειρα και τα βράδια φοβόταν να κοιμηθεί. Έμαθε να κρύβει το όπλο του για να μην την τρομάζει, να λέει νανουρίσματα αντί να βγάζει πολεμικές ιαχές και να σκαρφαλώνει στο μαξιλάρι δίπλα της αντί σε κακοτράχαλες βουνοκορφές.  Κι έτσι το μικρό, παράξενο στρατιωτάκι που κανένας δεν το ήθελε, που κανένας δεν το έβλεπε, που κανένας δεν το διάλεγε, βρέθηκε να διώχνει εφιάλτες και να φυλάσσει το χαμόγελο ενός μικρού παράξενου κοριτσιού. Το μικρό παράξενο πλαστικασημένιο στρατιωτάκι, το λάθος ενός κουρασμένου εργάτη βρήκε τελικά το δικό του μικρό παράξενο κορίτσι.



ΕΠΙΜΕΛΩΣ ΑΜΕΛΗΣ & ΛΟΙΠΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ