Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

To μικρό παράξενο πλαστικασημένιο στρατιωτάκι by Amelie Law

Ήταν μια φορά μια άμορφη μάζα που περίμενε τη σειρά της να γίνει παιχνίδι.

Στρατιώτης θα γινόταν! Πλαστικός! Θα είχε λέει δύο πόδια, δύο χέρια κι ένα όπλο στον ώμο. Θα τον έπαιρνε ένα παιδάκι και θα τον ζωγράφιζε με χρώματα ή θα τον άφηνε πράσινο. Δεν τον ένοιαζε! Αρκεί να γινόταν στρατιώτης! Θα έμπαινε σ’ένα κουτί που θα έγραφε «Plastic Soldier Playset-Free your Spirit-Live the Adventure» με κόκκινα μεγάλα γράμματα και όμορφες φωτογραφίες. Θα είχε κι ένα διάφανο παράθυρο το κουτί για να βλέπει τον κόσμο!
Καθώς κοιμόταν στην πρέσα περιμένοντας να πάρει σχήμα ονειρευόταν μεγάλες μάχες, σπουδαίες νίκες, πολεμικές ιαχές που θα δονούσαν τον αέρα. Είχε ακούσει ότι τα παιχνίδια-στρατιωτάκια κάνουν καλή καριέρα κι έχουν και καλό τέλος συνήθως. Είχε ακούσει ότι όταν τα παιδάκια που τ’αγοράζουν βαρεθούν να παίζουν μαζί τους τα βάζουν όλα μαζί σ’ένα κουτί και τ’αφήνουν στην ησυχία τους.  Μες το κουτί τα στρατιωτάκια συναντούν όλους τους παλιούς τους φίλους και από το πρωί ως το βράδυ συζητάνε για τις μάχες που έκαναν στην πορεία της ζωής τους ως παιχνίδια.


Λένε για τους νεκρούς, τους τραυματίες, τα εδάφη που κατάκτησαν και τη στρατηγική που ακολούθησαν οι αρχηγοί τους. Έτσι είχε ακούσει ο μικρός ασημένιος στρατιώτης και ανυπομονούσε να πάρει το σχήμα του, να πιάσει το όπλο του, να δώσει μάχες, κατακτήσει, να νικήσει και μετά κουρασμένος να λέει τις ιστορίες του στους συντρόφους του και να χαίρεται.

Ένα λάθος έγινε… Ο εργάτης ήταν κουρασμένος και άυπνος! Πού να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά… Σκόνταψε κι ο πλαστικός στρατιώτης έπεσε από τα χέρια του μέσα στο λιωμένο ασήμι, που προορίζονταν γι’ άλλα πιο ακριβά και πιο σπουδαία παιχνίδια, για μεγάλους!
Ο εργάτης τον μάζεψε με την κουτάλα, τον άφησε παράμερα να στεγνώσει και τον έβαλε στο κουτί γρήγορα, να μην τον δουν για να μην τον κατσαδιάσουν. Ήταν τόσο κουρασμένος!
Κι έτσι, ο πλαστικός στρατιώτης που κατά λάθος έγινε ασημένιος και διαφορετικός απ’ όλα τ’άλλα πανομοιότυπα στρατιωτάκια πήρε το δρόμο για το παιχνιδάδικο καμαρώνοντας μες το κουτί του και τρέμοντας από χαρά!
Επιτέλους! Θα κατακτούσε κορυφές! Τραπέζια, πατώματα, μαξιλάρια, ψηλές βιβλιοθήκες!

Η κοπέλα στο μαγαζί με τα παιχνίδια μόλις τον είδε μέσα από το διαφανές παραθυράκι του κουτιού του, έμεινε να τον παρατηρεί. Τι παιχνίδι ήταν τούτο! Τόσο διαφορετικό! Φώναξε το διευθυντή καθώς κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Αυτός άνοιξε το κουτί, περιεργάστηκε το στρατιωτάκι, το ζούληξε από δω, το πάτησε από κει και αποφάσισε! Δεν ήταν παιχνίδι. Κάποιο λάθος έγινε στη συσκευασία. Διακοσμητικό ήταν και έπρεπε να μπει σε άλλο τμήμα.  Ο μικρός ασημένιος στρατιώτης φώναζε, χτυπιόταν κι έκλαιγε για το κακό που του έκαναν αλλά κανένας δεν τον άκουγε, ήταν όλοι τόσο απασχολημένοι με τις νέες παραλαβές. Στο τμήμα με τα δώρα τα διακοσμητικά τον κοιτούσαν στραβομουτσουνιάζοντας. Τι παράξενο διακοσμητικό ήταν τούτο! Ποια κυρία θ’αγόραζε έναν μικρό ασημένιο στρατιώτη για να ομορφύνει το σπίτι της; Κάτι εμπνεύσεις που έχει το τμήμα προμηθειών! Τον έβαλαν σ’ ένα ράφι πίσω από ένα τεράστιο επάργυρο ρόδι κι έμεινε εκεί να μαραζώνει. Δεν έβλεπε τίποτα! Δεν καταλάβαινε τι του συνέβαινε. Ήξερε όμως ότι τα πράγματα δεν είχαν πάει καλά, μα καθόλου καλά. Τις μέρες δεν άκουγε παιδικές φωνές και όσο κι αν τεντωνόταν δεν μπορούσε να δει πού βρίσκεται. Στο ράφι για παρέα του είχε μια ασημένια μικρή τσαγιέρα που της είχαν κρεμάσει μια φούντα στο χερούλι που την ενοχλούσε κι όλο γκρίνιαζε, ένα πιάτο με παράξενα φρούτα που δεν μύριζαν, δεν χαλούσαν, πάντα ίδια έμεναν κι αυτό το τεράστιο ρόδι μπροστά του που του έκοβε τη θέα! Ήθελε τόσο να σηκώσει το πόδι του να του δώσει μια κλωτσιά να είναι όλη δική του! Αλλά δεν μπορούσε, ήταν πολύ βαρύ το πόδι του, δεν μπορούσε να το κουνήσει… Τίποτα δεν άλλαζε στο ράφι τους. Κανένας πελάτης δεν κοιτούσε εκεί, κανένας δεν ήθελε το ρόδι, το πιάτο με τα ψεύτικα φρούτα, την τσαγιέρα και τον μικρό ασημένιο στρατιώτη με την πλαστική καρδιά. Το στρατιωτάκι μαράζωνε μέρα τη μέρα. Λυπημένο στεκόταν πάντα όρθιο, πάντα κρατώντας το όπλο του, πάντα έτοιμο για μάχη, περιμένοντας το χεράκι που θα του δώσει την αλλαγή που έψαχνε. «Δε φταίω εγώ» σκεφτόταν «ο εργάτης ήταν πολύ κουρασμένος, ήταν πολύ κουρασμένος» και φούσκωνε την πλαστική καρδιά του μπας και σπάσει το ασήμι και καταλάβουν όλοι ότι ήταν ίδιο με όλα τα άλλα τα στρατιωτάκια, λάθος έκαναν, δεν έπρεπε να το βάλουν στα διακοσμητικά, αυτό παιχνίδι ήταν! Να παίξει ήθελε! «Δε φταίω εγώ» φώναζε σιωπηλά «Εγώ να παίξω ήθελα» κοιτούσε ευθεία μπροστά «Εγώ να παίξω ήθελα σας λέω» έσκυβε ξανά «Εγώ δεν έπρεπε να είμαι εδώ» η τσαγιέρα γκρίνιαζε για τη φούντα που της κρέμασαν «Κανένας δε με θέλει εμένα» η πλαστική του καρδιά έσπαγε κάτω από το ασήμι που το έντυσαν.

Ο καιρός περνούσε, το στρατιωτάκι μαύριζε κι άλλαζε όψη αλλά κανένας δεν του έδινε σημασία μια που δεν φαινόταν, κανένας δεν το έβλεπε, μαράζωνε μοναχό του αλλά κανένας δεν ερχόταν να το πάρει στα χέρια του, ήθελε να φωνάξει τη θλίψη του δυνατά αλλά τα χείλη του ήταν βαριά κι αυτά, δεν μπορούσε να τα κουνήσει. Έμεινε να φωνάζει σιωπηρά «δε θέλω να είμαι μοναχό! Μ’ακούει κανείς; Θέλω να παίξω κι εγώ!»


Άλλο ένα ακίνητο πρωινό ξημέρωσε. Ένα ίδιο πρωινό με όλα τ’ άλλα, δίπλα στην τσαγιέρα, το πιάτο με τα φρούτα και το τεράστιο ρόδι. Με κλειστά μάτια γευόταν τον αέρα και κατακτούσε το τέταρτο ύψωμα στη σειρά! Άλλο ένα παράσημο για τον γενναίο μαχητή, που ο στρατηγός ήταν έτοιμος να του καρφιτσώσει στο στήθος του! Ρούφηξε την κοιλιά του, τέντωσε το στήθος του, σήκωσε το πηγούνι ψηλά και όλο περηφάνια περίμενε σε στάση προσοχής «Μη χάσεις την ισορροπία σου! Προσοχή καημένε μου! Ο στρατηγός είναι εδώ! Μη γίνεις ρεζίλι» Ξαφνικά όλα ήρθαν ανάποδα! Έβλεπε το ταβάνι για πάτωμα και το πάτωμα για ταβάνι, ο κόσμος του γέμισε νέες εικόνες, πολύχρωμες, ασημένιες, χρυσές, γυάλινα βάζα, πορσελάνινες κούκλες με πολύτιμα στολίδια,  κηροπήγια με κόκκινα κεριά, άνθρωποι που κινούνταν ανάμεσα στα ράφια μιλώντας μεταξύ τους, πιάνοντας δώρα και λογής λογής αντικείμενα, ένα χέρι ζέσταινε την ασημοπλαστικένια του ύπαρξη και τον τράνταζε κουνώντας τον πάνω κάτω «Εγώ αυτό θέλω!» φώναζε ένα κορίτσι και τον έκανε ν’ανοίξει τρομαγμένος τα μάτια του «Εγώ αυτό θέλω σου λέω!» Η μητέρα του κοριτσιού προσπαθούσε να τη μεταπείσει «Τι να το κάνεις αυτό; Είναι στρατιωτάκι, δε βλέπεις; Είσαι κορίτσι! Τα κορίτσια δεν παίζουν με στρατιωτάκια! Γιατί είσαι τόσο ανάποδη; Τόσο παράξενη;» «Εγώ αυτό θέλω! Θα με φυλάει τις νύχτες από τα κακά μου όνειρα! Έχει και όπλο! Δε θ’ αφήνει κανέναν να μου κάνει κακό! Εγώ αυτό θέλω σου λέω! Θέλω να κοιμάμαι ήσυχη! Σε παρακαλώ μαμά μου!» Η γυναίκα αναγκάστηκε να υποχωρήσει καθώς το κοριτσάκι είχε ξεσηκώσει με τις φωνές του όλο το μαγαζί.

 Κι έτσι το παράξενο στρατιωτάκι βρέθηκε να συντροφεύει ένα μικρό παράξενο κορίτσι που δεν έπαιζε με κούκλες, έβλεπε άσχημα όνειρα και τα βράδια φοβόταν να κοιμηθεί. Έμαθε να κρύβει το όπλο του για να μην την τρομάζει, να λέει νανουρίσματα αντί να βγάζει πολεμικές ιαχές και να σκαρφαλώνει στο μαξιλάρι δίπλα της αντί σε κακοτράχαλες βουνοκορφές.  Κι έτσι το μικρό, παράξενο στρατιωτάκι που κανένας δεν το ήθελε, που κανένας δεν το έβλεπε, που κανένας δεν το διάλεγε, βρέθηκε να διώχνει εφιάλτες και να φυλάσσει το χαμόγελο ενός μικρού παράξενου κοριτσιού. Το μικρό παράξενο πλαστικασημένιο στρατιωτάκι, το λάθος ενός κουρασμένου εργάτη βρήκε τελικά το δικό του μικρό παράξενο κορίτσι.



ΕΠΙΜΕΛΩΣ ΑΜΕΛΗΣ & ΛΟΙΠΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ