Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Η παιδική δημιουργικότητα μέσα από τα οπτικοακουστικά μέσα.

Η εμψύχωση είναι εξ ορισμού μια διαδικασία, στόχος της οποίας είναι η ανάπτυξη της δημιουργικότητας των παιδιών δια μέσου διάφορων δραστηριοτήτων. Οι δραστηριότητες αυτές έχουν την μορφή παιχνιδιού, που είναι και ο πιο σημαντικός μηχανισμός με τον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν να επικοινωνούν και να δημιουργούν.
Δεν υπάρχει λόγος να εξηγήσω την σπουδαιότητα του παιχνιδιού, κάτι που όλοι μας γνωρίζουμε. Θα περιοριστώ μόνο να πω ότι τα παιχνίδια έχουν κανόνες και όσο πιο πολύπλοκοι είναι αυτοί οι κανόνες τόσο πιο ενδιαφέροντα είναι και τα παιχνίδια.

Από νωρίς ανακάλυψα, μάλλον λόγω των κινηματογραφικών μου σπουδών, κάτι που ήταν καινούργιο για μένα, ότι ο μύθος αποτελεί βασική κινητήρια δύναμη στις δραστηριότητες της εμψύχωσης. Όταν κάνουμε χρήση του οι δραστηριότητες με τα παιδιά αποκτούν διάρκεια και ενδιαφέρον.

Στα κινηματογραφικά παιχνίδια, η διαδικασία κατασκευής ιστοριών με τα παιδιά αποτελεί την πρώτη και πιο σημαντική φάση της δραστηριότητας . Μπορεί όμως να είναι και μια αυτόνομη δημιουργική δραστηριότητα.
Μπορούμε να φτιάξουμε κάθε λογής ιστορίες με τα παιδιά αλλά η δραστηριότητα μας αποκτά ενδιαφέρον όταν τα προτρέπουμε να ενσωματώσουν στην ιστορία πράγματα από την καθημερινή πραγματικότητα τους. Όσο μεγαλύτερα είναι τα παιδιά τόσο πιο εύκολο είναι να τους υποδείξουμε μια τέτοια κατεύθυνση γιατί όσο μεγαλώνουν τόσο περισσότερο αντιλαμβάνονται τα προβλήματα και αισθάνονται την ανάγκη να βρουν απαντήσεις. Επιχειρώντας να φτιάξουμε μαζί τους μια τέτοιου τύπου ιστορία διαπιστώνουμε ότι η διαδικασία στην οποία εμπλεκόμαστε μπορεί να είναι σημαντικότερη από την απλή διατύπωση της ιστορίας. Κι αυτό γιατί η ιστορία περιλαμβάνει πρόσωπα με χαρακτήρα, συμπεριφορά, συναισθήματα και ιδέες, τα οποία δρουν και δημιουργούν σχέσεις. Τα στοιχεία για τα πρόσωπα και τα γεγονότα της ιστορίας τα παιδιά τα δανείζονται από την δική τους πραγματικότητα, είτε αυτή αφορά άμεσα σ΄ αυτά είτε αφορά στον περίγυρο τους. Έτσι ο προσδιορισμός των χαρακτήρων και της δράσης γίνεται αφορμή για αντιπαραθέσεις ιδεών και απόψεων πίσω από τις οποίες ο εμψυχωτής μπορεί να αντιληφθεί ότι συχνά τα παιδιά εκφράζουν πολύ προσωπικά πράγματα και αναζητούν προσωπικές απαντήσεις. Η κατασκευή της ιστορίας μπορεί να γίνει το πρόσχημα, το εικονικό πεδίο, μιας πολύ ιδιωτικής κουβέντας μεταξύ εμψυχωτή και παιδιών που ενώ όλοι αναφέρονται στα στοιχεία της ιστορίας οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις που διατυπώνονται σπάνια θα μπορούσαν να τεθούν από τα παιδία ευθέως και χωρίς κάποια δικαιολογία.
Εδώ θα πρέπει να υπογραμμίσω ότι ο εμψυχωτής ενώ έχει καταφέρει να μπει από την πίσω πόρτα στον προσωπικό κόσμο των παιδιών καλό είναι να μην αλλοίωση τις απόψεις τους με τις δικές του αλλά να τις αφήσει να αποτυπωθούν όπως αυτά επιθυμούν ακόμα κι αν δεν συμφωνεί απολύτως.
Έτσι κι αλλιώς τα παιδία μας θέλουν και πρέπει να περπατήσουν τα ίδια μονοπάτια που περπατήσαμε και εμείς και να βγάλουν απ’ ευθείας συμπεράσματα και όχι να δανειστούν τα δικά μας.
Πρέπει να είμαστε διακριτικοί και να μην τα γεμίζουμε με κλισέ.
Άλλωστε, κι εμείς έχουμε να μάθουμε πολλά για ότι καινούργιο εμφανίζεται.
Η δουλεία μας είναι να τους δημιουργούμε ερεθίσματα, να τα μάθουμε να σκέφτονται, να αναρωτιούνται και να αμφισβητούν. Και φυσικά να τα αφήνουμε να μιλάνε.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, δουλεύαμε με δανεικές ιστορίες. Από τον Τζιανι Ρονταρι μάθαμε πως να φτιάχνουμε τις δικές μας ιστορίες και από τον Παουλο Φρειρε πώς να τις εμπλουτίζουμε με στοιχεία από την γύρω πραγματικότητα.
Από τον Τομ Ρομπινς διδαχτήκαμε να είμαστε διακριτικοί στις παρεμβάσεις μας και από τον Γ. Λ. Μπόρχες να δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στην διαδικασία από ότι στο αποτέλεσμα.

Στην δεύτερη φάση, που είναι η οπτικοποιηση της ιστορίας, αντιλαμβανόμαστε πως τα παιδία βλέπουν αυτό που διηγούνται. Πρόκειται για μια διαδικασία ουσιαστικά πιο απλή. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν γίνονται συζητήσεις η ότι δεν υπάρχουν αντιπαραθέσεις απόψεων όπως και στην πρώτη φάση, τα θέματα που μας απασχολούν εδώ έχουν κυρίως τεχνικό χαραχτήρα.

Τελειώνοντας, και πριν δούμε κάποιες από τις ταινίες που έγιναν από παιδΙα, οφείλω να πω ότι κατά την άποψη μου:
1ον Τα παιδιά είναι ικανά να καταλάβουν και να κάνουν τα πάντα και
2ον Επειδή η μεγαλύτερη φιλοδοξία τους είναι να μεγαλώσουν, η καλύτερη σχέση που μπορούμε να οικοδομήσουμε μαζί τους προκύπτει όταν τους συμπεριφερόμαστε ως ενήλικες.

Νίκος Γιαννόπουλος
Αθηνα- 1999

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Ένα παραμύθι για το καλοκαίρι απο Melina Daskalakis




Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας άντρας που φοβόταν. Η πρώτη του αγάπη τον πρόδωσε και πέθανε από την ίδια της την προδοσία. Από τότε πίστευε ότι η προδοσία ήταν γραφτό του. Σαν καλός και θεοσεβής άνθρωπος που ήταν, μίλησε με τον Θεό του, που ήταν ο μέσα του εαυτός, και που είχε γίνει αυστηρός από την προδοσία, και ο Θεός του του έδωσε ένα χρησμό: Η αγάπη είναι ελευθερία.

Ο άντρας ερμήνευσε τον χρησμό και πορεύτηκε από τότε με σύνεση στην ζωή του. Με μόχθο κατάφερε να γίνει οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά και συναισθηματικά αν-εξάρτητος. Έκανε πάντα σχέσεις στις οποίες παρέμενε αν-εξάρτητος. Όπου η εξάρτηση ήταν απαραίτητη από την φύση της σχέσης φρόντιζε να κρατά αυτός τα ηνία. Ήταν έντιμος και σοβαρός και έδινε γενναιόδωρα και με ευγνωμοσύνη αντίδωρο για κάθε δώρο που λάμβανε, ώστε να μην χρωστά σε κανέναν και να μην νιώθει την ανάσα της εξάρτησης στον σβέρκο του. Έτσι ήξερε ότι μπορεί να είναι δίκαιος και ασφαλής και γενναίος, παρά τους φόβους του. Επειδή θυμόταν πάντα την πρώτη του αγάπη και τον χρησμό, έφτιαξε ένα κουκλόσπιτο στο οποίο έβαλε μέσα ένα ψεύτικο είδωλό της.

Μια μέρα συνάντησε την αδελφή του, κατά πώς λέει ο Σολομών στο Άσμα Ασμάτων. Κι αυτή φοβόταν, φοβόταν το άγνωστο, κι ήταν κι αυτή δίκαιη και γενναία. Η αδελφή του θαύμασε την γενναιότητα που έδειχνε ο άντρας μέσα στον πιο σκοτεινό του φόβο και του είπε: Σε γνωρίζω. Μη φοβάσαι. Δεν θα σε προδώσω. Ο άντρας ξαναρώτησε τον Θεό του κι ο Θεός του του επανέλαβε τον παλιό χρησμό: Η αγάπη είναι ελευθερία.

Ο άντρας ερμήνευσε τον χρησμό και φοβήθηκε ξανά ότι κινδύνευε η ανεξαρτησία του, την οποία ταύτιζε με την ελευθερία. Δοκίμασε γι’ αυτό κάθε προφύλαξη. Πρώτα είπε στην αδελφή του: Εγώ δεν σε γνωρίζω, φύγε, είσαι μια ξένη. Η αδελφή του τον κοίταξε ξανά και του είπε: Σε γνωρίζω. Μη φοβάσαι. Δεν θα σε προδώσω.

Ο άντρας μετά δοκίμασε να την προδώσει αυτός. Η αδελφή του μίλησε στον Θεό, που ήταν ο μέσα της εαυτός. Ήταν κι αυτός αυστηρός, γιατί ήταν πολεμιστής. Η πρώτη της αγάπη ήταν πολεμιστής και πέθανε πολεμώντας τον εαυτό του. Από τότε πίστευε ότι ο πόλεμος ήταν γραφτό της. Ο Θεός της της είπε: Η αγάπη είναι πόλεμος.

Η αδελφή του ερμήνευσε τον χρησμό και πορεύτηκε δίνοντας μάχες. Έμαθε να πολεμάει τόσο καλά που ξέχασε πώς ξαποσταίνουν. Έδινε μάχες κοινωνικά, οικονομικά, συναισθηματικά. Ήταν ακέραια και σπλαγχνική και φρόντιζε τις πληγές τις δικές της και των συμπολεμιστών της. Αλλά κοιμόταν πάντα με το όπλο παρά πόδα και το δάχτυλο στην σκανδάλη.

Η αδελφή του, μετά από κάθε προδοσία, του επαναλάμβανε: Σε γνωρίζω. Μη φοβάσαι. Δεν θα σε προδώσω. Και περιποιόταν τις πληγές και των δυό τους. Ο άντρας μετά από κάθε μάχη της έλεγε: Κοιμήσου τώρα. Νίκησες, μπορείς να ξεκουραστείς για λίγο.

Ο άντρας θαύμασε τότε κι αυτός την γενναία καρδιά της αδελφής του και σκέφτηκε ότι της αξίζει να ξαποστάσει. Δοκίμασε τότε να σταματήσει να την προδίδει, για να την ξεκουράσει και να ξεκουραστεί λίγο κι αυτός. Επειδή όμως δεν είχε νικήσει τον φόβο του για προδοσία, το δώρο του ήταν δώρο-άδωρο: δεν το παραδέχτηκε ποτέ κι έτσι δεν το πρόσφερε ποτέ στην αδελφή του φανερά. Αντίθετα άρχισε να της επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία: Είμαι ελεύθερος. Είμαι ελεύθερος, να σε προδώσω όποτε θέλω. και θα το κάνω ξανά.

Η αδελφή του ήθελε κι αυτή να σταματήσει να πολεμά, αλλά επειδή φοβόταν και είχε πάντα τον νου της στην σκοπιά, τον ξυπνούσε συνέχεια μέσα στην νύχτα και του έλεγε: ξύπνα, φοβάμαι, κάτι ακούω. Είχε κι εκείνη ερμηνέψει τον δικό της χρησμό και έβλεπε την αγάπη σαν πόλεμο χωρίς ανάπαυση κι υποταγή.

Έτσι ο άντρας και η αδελφή του συνέχιζαν να ζουν και να μοχθούν σαν σύντροφοι που ήσαν. Μέχρι που ένα βράδυ η αδελφή του σηκώθηκε με το όπλο στο χέρι και του είπε: Λάθος ερμηνεύουμε τους χρησμούς. Η αγάπη είναι πράγματι ελευθερία. Η ελευθερία να μην προδώσεις. Μόνο αν παραδεχθείς την αγάπη σου για μένα κι εσύ θα είσαι αληθινά ελεύθερος και εγώ θα πάψω να πολεμάω και θα υποταχθώ.

Ο άντρας την είδε να σηκώνεται με το όπλο και πριν ακούσει τα λόγια της κατακλύστηκε από τον φόβο της προδοσίας. Σηκώθηκε για να φύγει, σκέφτηκε. Τώρα που έχω έτοιμα τα δώρα μου γι' αυτήν, τώρα είναι που θα με προδώσει εκείνη.

Μέσα στον φόβο του φώναξε στον Θεό του: Θεέ μου βοήθησέ με, μην με εγκαταλείπεις. Δώσε μου έναν καινούριο χρησμό. Αλλά ο Θεός παρέμεινε σιωπηλός για να τον βοηθήσει να ακούσει τα λόγια της.

Τότε κάτι αναπάντεχο συνέβη. Ο άντρας μέσα στον φόβο του θυμήθηκε μια παλιά ιστορία που είχε ακούσει για τον Εβραίο Θεό και πώς αυτός δοκιμάζει τους εκλεκτούς του. Θυμήθηκε ότι ο Ιακώβ σκότωσε τον Ισαάκ από πίστη και αγάπη στον Θεό αυτό. Και είπε: θα σκοτώσω κι εγώ ότι αγαπώ γιατί έτσι θα ευχαριστηθεί και θα μου μιλήσει ξανά ο Θεός.

Το είπε και το έκανε.

Ο άντρας έδειξε στον Θεό του, που ήταν ο μέσα του εαυτός, ότι η πίστη του στον Θεό του, που ήταν ο μέσα του εαυτός, είναι αρκετά δυνατή, ώστε να περάσει την δοκιμασία αυτή: θυσίασε την αδελφή του που αγαπούσε.

Η αδελφή του τότε, με μιας, θυμήθηκε κι εκείνη μιαν άλλη ιστορία, πιο παλιά, από έναν πιο σπλαγχνικό Θεό, που διέταξε έναν Καπετάνιο-Βασιλιά -που καθόταν στην άκρη μιας ψυχής γαλάζιας- να θυσιάσει την κόρη του, αλλά την ώρα της θυσίας την προστάτεψε και την έστειλε μέσα σε ένα σύννεφο στην εξορία. Προσευχήθηκε σε κείνον τον παλιό Θεό κι εκείνος την σήκωσε στα χέρια του και την έστειλε στην Ταυρίδα.

Η αδελφή του εδώ πέθανε, αλλά στην Ταυρίδα ζει. Δεν ξέρει αν μετά από αυτό φύσηξε στα πανιά του Καπετάνιου-Βασιλιά ούριος άνεμος ή η θυσία της πήγε χαμένη. Δεν εμπιστεύεται αυτό που βλέπει με τα μάτια της, γιατί τα μάτια της καρδιάς της της λένε ότι ο Καπετάνιος της τιμονεύει σκυφτός σε χειμωνιάτικη θάλασσα. Από την Ταυρίδα προσεύχεται ο Θεός να μιλήσει στον άντρα και να του πει: Ερμήνεψες λάθος τον χρησμό μου, και πίστεψες ότι πρέπει η αγάπη σου να υποταχτεί στην ελευθερία σου.

Στην επέτειο της γέννησής της, που ήταν και το μεγάλο εννιάμηνο μνημόσυνο του θανάτου της, ο άντρας έστειλε να ρωτήσει ξανά όλους τους Θεούς, πού είναι πιο καλά, εδώ που έμεινε αυτός, αν-εξάρτητος, ή στην Ταυρίδα. Κι ακόμα ήθελε να μάθει αν στην Ταυρίδα γίνεται πόλεμος ή ζουν ειρηνικά.

Οι Θεοί τότε επειδή εκτιμούσαν την ευσέβειά του, του απάντησαν: Δεν έχει σημασία αν θα μείνεις εδώ, στο κουκλόσπιτο, αν θα αναζητήσεις άλλες σκιές και είδωλα της αγάπης σου ή θα πας στην Ταυρίδα να βρεις την αδελφή της ψυχής σου. Δεν έχει σημασία αν θα είσαι στην Κόλαση ή στον Παράδεισο. Ο δικός σου χρησμός σήμαινε ότι την ελευθερία σου θα σου την δώσει η παραδοχή της αγάπης σου. Κι ακόμα η Ταυρίδα είναι γη ειρηνική. Ο χρησμός της αδελφής σου σήμαινε ότι στην αγάπη όπως στον πόλεμο πρέπει να ξέρεις να νικάς, να ξέρεις να χάνεις και να ξέρεις να παραδίνεσαι.

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Melina Daskalakis
Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009 στις 8:28 μ.μ.

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ (ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΝΗΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

«Το όνειρο, δημιουργός
αναπαραστάσεων, στο θέατρό του πάνω απ’ τον αρματωμένο άνεμο,
ντύνει τους ίσκιους μετρισδιάστατη ομορφιά».
Στίχος από ένα σονέτο του Luis de Gongora y Argote
(1561-1627)

O βασιλιάς των λέξεων σ’ αυτό το βιβλίο είναι το «ΣΑΝ» και η βασίλισσα το «ΟΠΩΣ». Γιατί είναι ένα βιβλίο φτιαγμένο από άλλα βιβλία.
Ο ήρωάς μου συναντά όλους τους άλλους ήρωες που μούκαναν παρέα από τότε που ήμουν μικρό παιδί. Οι ήρωες αυτοί ζουν σε κόσμους μυθικούς που νομίζουμε ότι δεν υπάρχουν και κάνουν πράγματα φανταστικά που νομίζουμε ότι δεν μπορούμε να γίνουν. Αλλά δεν είναι έτσι.
Ο πατέρας της φαντασίας είναι ταυτόχρονα και ο πατέρας της επιστήμης. Ο Αϊνστάιν. Η εξίσωση της διατήρησης της ενέργειας λέει πως τίποτα δε χάνεται στο μηδέν όπως και τίποτα δε γεννιέται απ’ αυτό. Αλλ΄ ότι ισχύει για την ύλη ισχύει και για τα όνειρα.
Η τάση για απομυθοποίηση που κυριαρχεί στον καιρό μας ξεπέρασε τα όρια. Έφτιαξε έναν κόσμο που μυρίζει θάνατο, απελπισία, αποσύνθεση και ματαιότητα. Διέλυσε τους κόσμους των ονείρων, των επιθυμιών και των φαντασιώσεων. Κατέστρεψε την ανάγκη μας να φτιάχνουμε μύ-θους και να ντύνουμε με χρώματα την πεζή και άχρωμη πραγματικότητα.
Το φεγγάρι ξέρουμε ότι είναι ένας ξερός βράχος δίχως ζωή όπου οι αστροναύτες μπορούν να καρφώνουν τη σημαία τους. Αλλά ποιο από τα ερωτευμένα ζευγάρια και κυρίως αυτά που ο έρωτάς τους είναι ακόμα άστεγος, θα δεχόταν να εκφράσει τον έρωτά του σ’ ένα ξερό βράχο; Γι’ αυτούς το φεγγάρι είναι τουλάχιστον η μυθική θεά Σελήνη.
΄΄….Δεν υπάρχουν πολλοί που να έχουν συνειδητοποιήσει ότι οι ιστορίες και τα οράματα της νιό-της τους μπορούν να τους οδηγήσουν στο θαύμα. Σαν παιδία ακούμε, ονειρευόμαστε και κάνου-με συγκεχυμένες σκέψεις, όταν όμως, μεγάλοι πια, προσπαθήσουμε να τις ξαναθυμηθούμε, είναι αργά. Το δηλητήριο και η πεζότητα της καθημερινής ζωής μας έχουν αποχαυνώσει. Μερικοί από μας ωστόσο ξυπνούν τη νύχτα από παράξενα οράματα. Μαγεμένοι λόφοι, κήποι, κρήνες που τραγουδούν στον ήλιο, χρυσαφένιοι γκρεμοί που υψώνονται πάνω από ψιθυριστές θάλασσες, κοιλάδες που απλώνονται μέχρι τα σύνορα κοιμισμένων πόλεων, χτισμένων με μπρούτζο και πέ-τρα, ανάερες στρατιές ηρώων που καλπάζουν πάνω σε στολισμένα ολόλευκα άλογα στις παρυφές πυκνών δασών τα πλημμυρίζουν. Και τότε καταλαβαίνουμε ότι ρίξαμε μια μάτια πέρα από τις φιλντισένιες πύλες, στο θαυμαστό κόσμο που ήταν δικός μας πριν γίνουμε σοφοί και δυστυχισμέ-νοι…….,΄΄ γράφει πολύ εύγλωττα ο Φίλιπς Λαβκραφτ το 1920 στο διήγημα του΄΄Σελεφαϊς.΄΄
Φτιάχνουμε μύθους και ζούμε μ’ αυτούς γιατί μας αρέσει, γιατί μας διασκεδάζει, γιατί μπορούμε να μιλάμε αλλιώς για τα ίδια άχαρα πράγματα και όχι γιατί θέλουμε να αγνοούμε την πραγματι-κότητα.
Έτσι το όνειρο δεν είναι φυγή, δεν είναι βλακεία αλλά ο μηχανισμός της πιο βαθιάς επιθυμίας μας για αλλαγή. Για ένα κόσμο που θα μπορούμε να ζούμε και να μοιραζόμαστε την απόλαυση σαν ίσοι.
Ας αφεθούμε να γίνουμε, όπως και τα παιδιά, οι ονειροπόλοι ήρωες μιας πραγματικότητας που ελάχιστα έχει να μας δώσει, ενός κόσμου που πρέπει να φτιάξουμε απ’ την αρχή. Όπως ο Δον Κιχώτης έφτιαξε τον δικό του. Όπως ο Τσε Γκεβάρα προσπάθησε να πλάσει τον δικό του.
Αν υπάρχει κάποιος λόγος να μάθουμε αυτόν τον κόσμο είναι για να μπορέσουμε να τον αλλά-ξουμε όπως ταιριάζει στα όνειρά μας.
Η προσπάθεια για πραγματοποίηση των ονείρων είναι το μόνο μέτρο ισότητας στο νέο κόσμο. Και ο κόσμος αλλάζει μόνο από ανθρώπους που ονειρεύονται.

Νίκος Γιαννόπουλος

Σημείωμα δεύτερης σελίδας


Μ΄ αρέσουν οι αναφορές. Αν όμως σημειώσω εδώ όλα τα βιβλία και τους συγγραφείς, που χωρίς να το θέλουν και δίχως να ζητήσω την άδεια τους, με βοήθησαν να γράψω αυτό το βιβλίο, φοβά-μαι ότι θα χρειαστούν άλλες τόσες και περισσότερες σελίδες. Έτσι περιορίζομαι να ζητήσω ευχα-ριστώ και συγνώμη, που χωρίς να τους ρωτήσω καν, τρύπωσα μέσα στα λόγια τους και παραβία-σα τις πόρτες και τα περάσματα των λέξεων και των νοημάτων τους και σαν φαρμακοτρίφτης έ-φτιαξα το δικό μου βιβλίο. Ένα βιβλίο στο οποίο δεν διεκδικώ παρά μόνο την γενική ιδέα και με-ρικές από τις ιστορίες, αδυνατώ δυστυχώς να πω με σιγουριά ποιες. Ελπίζω να μου καταλογίσετε σαν δικές μου αυτές που θα σας ελκύσουν περισσότερο και σας επιτρέπω να τις ξαναδιηγηθειτε ή να τις ξαναγράψετε παραλλάσσοντας τα λόγια σύμφωνα με τα δικά σας νοήματα. Σαν επίδοξος συγγραφέας θα νιώσω πραγματικά περήφανος μόνο αν με αντιγράψετε, αν με κλέψετε, αν με λε-ηλατήσετε, γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσβολή από το να με διαβάσετε κι ύστερα να με θά-ψετε στην λησμονιά της, πιθανόν αξιόλογης κατά τα άλλα, βιβλιοθήκη σας.

Στη Χαρτοχώρα

΄΄Το παρόν είναι συγκεκριμένο, 
το άγνωστο είναι αόριστο.΄΄
Τόμας Χαξλεϊ

Χώρες θαυμαστές και αξιομνημόνευτες όπως η Ουτοπία, η Οκτάνα, η Ατλαντί-δα, η χώρα των Χόμπιτ, η Λιλιπούπολη, το Μυστηριώδες Νησί, η Χώρα των Θαυμάτων, το Χαμ, η Λαπούτα, το Τρεγαγυρεβούπρετ, η Χώρα του 7, τα Περι-πλανώμενα Νησιά, η Χώρα των Λωτοφάγων, δεν υπάρχουν σημειωμένα σε κα-νένα μα σε κανένα χάρτη .
Έτσι, λοιπόν, όσο κι αν ψάξετε, μη σας φανεί περίεργo που δε θα βρείτε ούτε τη χώρα που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Ζωτρά, ακόμα κι αν σας πω τ’ όνομά της.
Όμως η χώρα αυτή υπάρχει, ακόμα κι αν οι Χάρτες του Κόσμου φαίνεται να μην έχουν την ανάγκη της, και μάλιστα πρόκειται για μια χώρα γεμάτη με χάρ-τες. Στη Χαρτοχώρα οι χάρτες είναι πιο απαραίτητοι απ’ ότι το Χαμόγελο στην Τζοκόντα, οι Δείχτες στα Ρολόγια, οι Πυραμίδες στους Φαραώ, οι Τρύπες στο Κόσκινο και η Κόκκινη Σάλτσα στα Μακαρόνια.

Στη Χαρτοχώρα υπάρχουν χάρτες για όλα,
Χάρτες για ρουλέτες και πόρτα όλα.
Χάρτες για τα καθώς πρέπει επαγγέλματα
και τα πιο νόστιμα φαγητά.
Χάρτες για όλα τα καλλιτεχνικά ρεύματα
αλλά και για κάθε ρεύμα ξεχωριστά.
Χάρτες για κλέφτες κι αστυνομικούς,
για ασθενείς και για γιατρούς.
Χάρτες για βιβλία και μουσική.
Χάρτες για Μουσεία και ξυλογλυπτική.
Χάρτες ακόμα και για παιχνίδια
και κάθε είδους μπιχλιμπίδια.
Χάρτες για σβηστήρες και μολύβια,
για σπορ, ανέκδοτα και φίδια.
Χάρτες οραμάτων και θαυμάτων,
διακοπών και ατυχημάτων,
χάρτες για όλους, για τον καθένα,
για κάθε γούστο και για κανένα.
Χάρτες για ότι κι αν βάλει το μυαλό σας
από το πιο μακρύ μέχρι το πιο κοντό σας.

Μόνο ταξιδιωτικοί χάρτες σαν κι αυτούς που ξέρουμε εμείς δεν υπήρχαν, δηλα-δή χάρτες με πόλεις, ωκεανούς, ποτάμια, βουνά και βάλτους, δρόμους και χιλι-ομετρικές αποστάσεις και σύνορα, γιατί οι κάτοικοι της Χαρτοχώρας δεν ένιω-σαν ποτέ την ανάγκη να ταξιδέψουν κάπου αλλού όπως και κανείς ταξιδιώτης μέχρι τώρα δεν πάτησε το πόδι του σ’ αυτήν.
Αντίθετα, ο κάθε κάτοικος της Χαρτοχώρας είχε από ένα προσωπικό του χάρτη, κάτι σαν ταυτότητα δηλ. η σαν βιογραφικό, όπου ήταν σημειωμένα τα δικά του πράγματα.
Έτσι στον χάρτη του Ζωτρα έβρισκε κανείς σημειωμένα το ύψος του (1 μέτρο και 45 πόντους -μες το νερό-), το σχολείο του, τα μαθήματά του, τα γούστα του, τους γονείς του, τους φίλους του και γενικά πράγματα καθημερινά αλλά σημα-ντικά για τους βιογράφους, τους αστυνομικούς και τους κάθε λογής κουτσομπόληδες.
Υπήρχε επίσης σημειωμένη και η μεγάλη αγάπη του για τον Ήλιο. Ο Ζωτρα αγαπούσε τόσο πολύ τον Ήλιο ώστε ξυπνούσε νωρίς κάθε πρωί για να τον δειν΄ ανατέλλει και το βράδυ δεν έπεφτε ποτέ για ύπνο αν δεν τον έβλεπε να δύει.
Και όχι μόνο αγαπούσε τον Ήλιο αλλά είχε και την επιθυμία να ταξιδέψει σ’ αυτόν. Σημειωμένο με κόκκινο μολύβι ήταν αυτό που πρόσεχες περισσότερο στο χάρτη του.
Πράγμα πολύ παράξενο για τα ήθη και τις συνήθειες αυτού του τόπου αφού, όπως ήδη έχουμε πει, κανένας άλλος από τους κατοίκους της Χαρτοχώρας δεν ένιωθε την ανάγκη να ταξιδέψει κάπου αλλού και μάλιστα κάπου όπου κανείς δεν πήγε ποτέ μέχρι τώρα, όπου κανείς δεν ξέρει πως είναι εκεί, όπου κανείς δεν ξέρει ποιος είναι ο δρόμος που οδηγεί στον Ήλιο.
Ο Ζωτρα όμως δεν το έκρυβε καθόλου.
Κάθε φορά που τον ρωτούσαν τι επάγγελμα θα ήθελε να μάθει να κάνει, αυτός αντί να πει ΄΄θέλω να γίνω υδραυλικός΄΄ ή΄΄γιατρός΄΄ ή ΄΄ηλεκτρονικός΄΄ ή τέλος πάντων -και γιατί όχι, έστω- ΄΄αρχιτέκτονας΄΄, έλεγε ΄΄θέλω να ταξιδέψω στον Ήλιο΄΄.
Αυτός ήταν ο λόγος που όλοι τον θεωρούσαν λίγο τρελό, λίγο παράξενο. Έλε-γαν πως ο Ζωτρα είναι ένας ΄΄ιδιαίτερος΄΄ ή ΄΄ιδιόμορφος΄΄ και του κόλλησαν μάλιστα και τα παρατσούκλια ΄΄ηλιοχτυπημένος΄΄ και ΄΄ηλιοπαρμένος΄΄.
Οι γονείς του ανησυχούσαν πολύ γιατί όλοι στην οικογένειά τους ήταν πάντοτε φυσιολογικοί και κανείς ποτέ δεν ήθελε να είναι κάτι περισσότερο ή κάτι λιγό-τερο απ’ ότι οι υπόλοιποι κάτοικοι της Χαρτοχώρας θεωρούσαν καλό και απο-δεκτό.
Και για να καταλάβετε καλύτερα τι δεν θεωρούσαν καλό και αποδεκτό, αρκεί να σας πω ότι στο Δημαρχείο υπήρχε μια μεγάλη ταμπέλα που έγραφε με πρά-σινα καλλιγραφικά γράμματα:

Στη χώρα μας δεν
υπάρχει χώρος για
ιδιομορφίες.
Σαίξπηρ

Έτσι οι γονείς του επισκέφτηκαν όλους τους γιατρούς, αλλά οι γιατροί δεν έβρι-σκαν καμιά αρρώστια και μετά επισκέφτηκαν όλους τους Μάγους, αλλά ούτε οι Μάγοι μπορούσαν να τον θεραπεύσουν. Τα γιατρικά, τα μαντζούνια, οι προ-σευχές και οι εξορκισμοί στάθηκαν ανήμπορα να κάνουν το θαύμα τους και ο Ζωτρα έμενε ακόμα ένα αίνιγμα για την Χαρτοχώρα όπως ο Γόρδιος δεσμός για τους Φρύγες, η Κούφια Βελόνα για τον Σέρλοκ Χολμς και τα Αγάλματα στο νη-σί Πάσχα για τον Ντένιγκεν. Οι κοινωνιολόγοι, οι ψυχολόγοι, οι αστρολόγοι και κάθε είδους επιστήμονες έγραφαν άρθρα κι έκαναν μελέτες, συνέδρια και έρευνες, προσπαθώντας να λύσουν το μεγάλο αυτό αίνιγμα. Τον τελευταίο και-ρό μάλιστα ανακατεύτηκε και η Αστυνομία και τότε να δείτε πόσο ανησύχησαν οι γονείς του Ζωτρα γιατί νόμισαν ότι η επιθυμία του να ταξιδέψει στον Ήλιο ήταν επικίνδυνη για τη Δημόσια Τάξη και Ασφάλεια, πράγμα που κανείς βέ-βαια δεν μπορούσε να πει με σιγουριά, αλλά όλοι το υποπτεύονταν αφού, στο κάτω-κάτω της γραφής, εκεί που η Αστυνομία χώνει τη μύτη της δε μπορεί πα-ρά να συμβαίνει κάτι ύποπτο, αν όχι πάρα πολύ ύποπτο.
Όλα αυτά δε μείωσαν την επιθυμία του Ζωτρα να ταξιδέψει στον Ήλιο, ούτε άλλαξαν τη συνήθειά του να βλέπει κάθε μέρα το πρωί την Ανατολή και το σούρουπο το Ηλιοβασίλεμα.
Πάντα αναρωτιόταν αν αυτός ο άλλοτε κόκκινος και άλλοτε κίτρινος φωτεινός δίσκος είναι φτιαγμένος από χρυσάφι ή αν είναι ένα τεράστιο διαμάντι.
Αναρωτιόταν, μόνο αναρωτιόταν. Γιατί και ο ίδιος ήξερε, όπως κι εμείς, πως ότι λάμπει δεν είναι απαραίτητα πολύτιμο πετράδι η μέταλλο. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση κανένας άλλος εκτός απ’ αυτόν, όπως θα δούμε πιο κά-τω, δεν είχε ούτε την περιέργεια, ούτε την τόλμη να το διαπιστώσει.
Ώσπου μια μέρα ή, πιο σωστά, μια νύχτα, ο Ζωτρα είδε στον ύπνο του ένα περί-εργο όνειρο. Είδε τον Ήλιο να γυρίζει σαν την ανέμη του μύλου μια μπρος και μια πίσω με μεγάλη ταχύτητα.
Τι θα μπορούσε να σημαίνει ένα τέτοιο όνειρο;
Γιατί το είδε στον ύπνο του ο Ζωτρα και όχι ο Φούρναρης ή ο Ιερέας ή ο Λαχει-οπώλης ή ο Γιατρός ή τέλος πάντων κάποιος άλλος κάτοικος της Χαρτοχώρας;
Να λοιπόν που όπου υπάρχει επιθυμία υπάρχει και μυστήριο και τότε συμβαί-νουν πράγματα απρόοπτα και αναπάντεχα που δύσκολα ξεδιαλύνουν, πράγ-ματα που μπερδεύουν το νου και τις αισθήσεις και τα κάνουν ένα κουβάρι κι αλίμονο σ’ αυτόν που δεν έχει επιθυμίες και τόλμη και υπομονή.
Το όνειρο ξύπνησε τον Ζωτρα και έξω ήταν ακόμα σκοτάδι. Ένα ποδήλατο ήταν ακουμπισμένο στην πόρτα του μπροστά.
Ένα ποδήλατο σαν κι αυτό:
(σχέδιο)
με μία μόνο ρόδα.
Ο Ζωτρα τότε κατάλαβε αμέσως πως ήρθε επιτέλους η ώρα να ταξιδέψει και χωρίς να το πολυσκεφτεί ανέβηκε στο ποδήλατο και ξεκίνησε για τον Ήλιο.

Το τι έγινε στο χωριό όταν ο Ζωτρα εξαφανίστηκε θα το μάθουμε στο τέλος του βιβλίου, εκεί που όλα τα μυστήρια διαλύονται όπως το νερό διαλύει τη δίψα και τα λογής ερωτήματα δεν αντέχουν άλλο να μένουν αναπάντητα.
Το τι έγινε όμως στο ταξίδι θα το μαθαίνουμε σιγά-σιγά, διαβάζοντας μία-μία με τη σειρά τις περιπέτειες που στριμώχνονται ανυπόμονα η μία πίσω απ’ την άλλη για να γίνουν γνωστές.
Στο μεταξύ σας συμβουλεύουμε να κοιτάξετε προσεκτικά το χάρτη που εμείς αναγκαστήκαμε, υποχρεωμένοι από τις περιστάσεις, να φτιάξουμε.
Είναι ένας χάρτης αλλιώτικος. Όχι σαν αυτούς που υπάρχουν στη Χαρτοχώρα. Αλλά σαν αυτούς που χρησιμοποιούμε για να μη χαθούμε κάθε φορά που ταξιδεύουμε.

Έχει τα 4 σημεία του Ορίζοντα, τις θέσεις του Ήλιου και της Σελήνης και την κατεύθυνση που πήρε ο ήρωάς μας.
(σχέδιο)

ΣΗΜ:
Υπάρχουν πολλές φανταστικές πόλεις που αναφέρονται σε λογοτεχνικά κείμενα, στις μυθολογίες και σε ουτοπικά πολιτικά κείμενα, όπως η Καπρόνα, η Ωκεάνα, η Έρημη Χώρα, το Κασπάκ, η Ιπτάμενη Πόλη, το Φαμιλιστέριο, η Χριστιανούπολη, η Πόλη που Περπατάει, το Φαλανστέριο, το Μπαλνιμπάρμπι, το Μύ-λερταουν, το Γκλαμπνταμπντίμπ, το Νησί της Απελπισίας, το Νησί Καζίλ, το Βασίλειο του Μαγεμένου Δά-σους, η πόλη που ταξιδεύει στο νερό, η πόλη Σαρνάθ, η Πλωτή Αποικία του Παράξενου Τζων και τα Νησιά του Ροβινσώνα Κρούσου, της Κίρκης, του Δόκτορα Μορώ και του Άρχοντα των Μυγών. Υπάρχουν επίσης πόλεις που εσείς, οι αναγνώστες, εν ήδη παιχνιδιού μπορείτε να επινοήσετε. Κάθε χώρα είναι μια καλή αρχή για να φτιάξετε μια ιστορία. Ο ήρωας αυτής της εξιστόρησης επισκέπτεται τέτοιες φανταστικές χώρες. Εκεί συναντά συχνά άλλους ήρωες, γνωστούς η άγνωστους, των οποίων το δρομολόγιο δεν καταγράφεται. Το παρελθόν και το μέλλον κάθε ενός από αυτούς του ήρωες αποτελεί υλικό για άλλες εξιστορήσεις. Γράφοντας αυτό το βιβλίο δεν θέλησα μόνο να διηγηθώ κάποιες συγκεκριμένες ιστορίες αλλά να προτείνω επίσης ένα μοντέλο σύμφωνα με το οποίο ο αναγνώστης να μπορεί να προσθέτει η να επινοεί, αυτοσχεδιάζοντας, άλλες ιστορίες με τον ίδιο η με κάποιον άλλο ήρωα που αναφέρεται η όχι σ΄αυτή την φανταστική εξιστόρηση.

Ένα τραγούδι για το δρόμο

Βαρύτονος
Με το ποδήλατο εδώ και τώρα,
για μέρη άλλα παίρνω φόρα.
Βιάζομαι, βιάζομαι, δεν έχω ώρα
Πολύ περίμενα στη Χαρτοχωρα.

Χορωδία
Επιτέλους αρχίζει το ταξίδι
χωρίς ταξί, χωρίς σκαφίδι.
Χωρίς βαλίτσες και μπαγκάζια,
και δίχως γκρίνιες κι άλλα νάζια.

Βαρύτονος
Είναι ταξίδι μεγάλο, τολμηρό.
Που τελειώνει; Δεν έχω ιδέα.
Όπως η πέστροφα στον ποταμό
ανάποδα πηγαίνω θαρραλέα.

Χορωδία
Επιτέλους αρχίζει η περιπέτεια
κι η αγωνία από την περιέργεια.
Τι θα μας βρει και τι θα βρούμε,
με λίγα λόγια τι θα δούμε;

Βαρύτονος
Πάω ταξίδι στ’ άγνωστο καβάλα,
σε μέρη απρόοπτα και άλλα,
σε μέρη στρογγυλά και οβάλ,
σε μέρη που δεν έχουν καρτ-ποσταλ.

Χορωδία
Επιτέλους αρχίζει η περιπλάνηση
και στην εξώπορτα, άφησε απ΄ έξω
σημείωμα πριν φύγει, για ανάμνηση
΄΄Δεν ξέρω πότε θα επιστρέψω.΄΄

ΤΑΞΙΔΙ Ι

΄΄Μέσα στους λαβυρίνθους του μυαλού και της ψυχής σου
προσφέρουν τα χέρια οι ψευδαισθήσεις,
που υφαίνουν με γαλάζια δάκτυλα,
γυαλί και δροσοσταλιές, τη σκιά σου:
αυτήν που σου έκλεψε το φεγγάρι.΄΄
Κάρμεν Ρέγιες

Όταν κανείς ταξιδεύει για πρώτη φορά όπως ο Ζωτρα και μάλιστα χωρίς χάρτη και νύχτα τότε υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί. Υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί όπως χάθηκε ο Νάρκισσος στην Εικόνα του, η Σφίγγα στο Αίνιγμά της, ο Σίσυφος στα Παιχνίδια του, ο Μίδας στην Απληστία του να πλουτίσει και ο Καραγκιό-ζης στην αστείρευτη και δεικτική αδιαφορία του που τον κρατούσε νέο κι αγέ-ραστο αλλά πάντα κυνηγημένο και φτωχό. Όμως ο Ζωτρα δεν κινδύνευε από κάτι τέτοιο. Είχε πυξίδα την επιθυμία του και ταξίδευε πάντοτε προς τον Ήλιο, που άρχισε ν’ ανατέλλει σιγά-σιγά, πέρα από την ατέλειωτη θάλασσα και πίσω από τα ολοστρόγγυλα βουνά. Και γεννιόταν πάλι η μέρα και μαζί με τη μέρα οι διαστάσεις καθώς οι αχτίνες σα βέλη γέμιζαν με χρώμα πορτοκαλί και κίτρινο τον ουρανό και το τοπίο κι έκαναν τις σκιές να φεύγουν τρομαγμένες. Ξημέρω-νε στη Χώρα του 1+1=1.

Στη χώρα του 1+1=1

O Φρεντ Ασταιρ χορεύει πάντα με τις σκιές του, στην ταινία ΄΄Σουϊνκ Ταϊμ΄΄, ο Χατζι-δάκις γράφει το τραγούδι ΄΄Ο χορός με την σκιά μου΄΄, και ο Φιλιπς ντι Παολα ζω-γραφίζει τον πίνακα ΄΄1+1΄΄.
Ο Ζωτρα σταμάτησε για να ξαναδεί το θαύμα της γέννησης, το μεγαλόπρεπο ερχομό του Ήλιου, όταν τον ξάφνιασε μια φωνή.
- Μήπως είδες τίποτα;
Κοίταξε γύρω του αλλά δεν είδε τίποτα. Δεν είδε απολύτως τίποτα.
- Αν είδα τι; απόρησε μεγαλόφωνα και συνέχισε να κοιτάει μπας και δει κάτι.
- Αν είδες κάπου τη σκιά μου, του απάντησε η Φωνή. Έχασα τη σκιά μου. Μήπως την είδες;
- Τη σκιά σου; ρώτησε ο Ζωτρα και κοίταξε με απορία πάλι ένα γύρο.
- Που είσαι; Δε σε βλέπω.
- Μα και βέβαια δε με βλέπεις, είπε εκνευρισμένα αυτή τη φορά η Φωνή.
- Αφού σου λέω ότι έχασα τη σκιά μου. Δε μπορείς να με δεις χωρίς σκιά.
- Άλλο πάλι και τούτο! Μήπως μπορείς σε παρακαλώ να μου εξηγήσεις; ρώ-τησε πάλι ο Ζωτρα.
- Δεν έχω χρόνο τώρα, απάντησε βιαστικά η Φωνή. Πρέπει να ψάξω να βρω τη σκιά μου.
- Ίσως μπορέσω να σε βοηθήσω, επέμεινε ο Ζωτρα.
- Ίσως; ρώτησε η Φωνή. Δε φαίνεσαι και πολύ σίγουρος, ε; Ας είναι όμως. Βαρέθηκα ξέρεις να λέω την ίδια ιστορία σε όλους. Δε βλέπω γιατί δεν κα-ταλαβαίνουν. Όλα είναι πιο φανερά κι απ’ τον Ήλιο και…
- Ίσως, τον διέκοψε ο Ζωτρα. Μόνο που εγώ δεν βλέπω τίποτα… μόνο τη φωνή σου ακούω.
- Μα δε χρειάζεται να δεις, είπε η Φωνή. Να καταλάβεις χρειάζεται.
- Να καταλάβω τι;
- Να καταλάβεις ότι αν χάσεις τη σκιά σου θα χαθείς και συ ή αν χαθείς εσύ θα χαθεί κι η σκιά σου.
- Δηλαδή; ρώτησε αμήχανα ο Ζωτρα.
- Δηλαδή - συνέχισε η Φωνή - για να υπάρξει κάτι πρέπει να υπάρχει και το… ας πούμε , το…. αντίθετό του, αν και δεν πρόκειται ακριβώς για το αντίθετο.
Σαν να λέμε ότι δεν υπάρχει καλοσύνη χωρίς κακία,
υγρασία χωρίς ξηρασία,
φως χωρίς σκοτάδι,
υγεία χωρίς αρρώστια,
αρσενικό χωρίς θηλυκό,
νόστιμο χωρίς άνοστο,
ψηλό χωρίς κοντό,
χοντρό χωρίς λιγνό,
γνωστικό χωρίς ανόητο,
γρήγορο χωρίς αργό,
όμορφο χωρίς άσκημο,
εμπρός χωρίς πίσω,
πάνω χωρίς κάτω,
αλήθεια χωρίς ψέμα,
ευτυχία χωρίς δυστυχία,
γέλιο χωρίς κλάμα,
με τον ίδιο τρόπο που δεν υπάρχει
κίνηση χωρίς ακινησία και
ζέστη χωρίς κρύο.
Φυσικά ισχύει και το αντίθετο. Κατάλαβες;
- Ίσως, απάντησε ο Ζωτρα. Το ίσως του φάνηκε η πιο σωστή απάντηση για την ώρα, γιατί δεν σημαίνει ούτε ναι, ούτε όχι. Μετά ρώτησε διστακτικά. Κινούμαι επειδή τ’ άλλα μένουν ακίνητα ή εδώ κάνει ζέστη επειδή κάπου αλλού κάνει κρύο;
- Δεν είναι ακριβώς έτσι, απάντησε η Φωνή. Το σωστό είναι να λες: φαίνομαι να κινούμαι επειδή τ’ άλλα φαίνονται ακίνητα ή ότι εδώ κάνει πολύ ζέστη επειδή αν δεν έκανε πολύ ζέστη θα έκανε λιγότερη ζέστη δηλ. περισσότερο κρύο.
Όλα φαίνονται να’ ναι αντίθετα αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι. Για-τί το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο αφού το ένα συμπληρώνει το άλλο. Π.χ.Κανείς δε θα θυμόταν τον Ρωμαίο χωρίς την Ιουλιέττα,
τον Δον Κιχώτη χωρίς τη Δουλτσινέα,
τον Σαμσών χωρίς τη Δαλιδά,
τον Οδυσσέα χωρίς την Πηνελόπη,
τον Τάσο χωρίς την Γκόλφω,
τον Αδάμ χωρίς την Εύα,
τον Ταρζάν χωρίς την Τζέην,
τον…
- Ξέρω, ξέρω, διέκοψε ο Ζωτρα:
τον Τζων Λέννον χωρίς τη Γιόκο Όνο,
τον Πρίγκιπα Σίμπιν χωρίς την Καλομέλα,
τον Κλάιντ χωρίς την Μπόνυ,
τον Περικλή χωρίς την Ασπασία,
τον Τρυποκάρυδο χωρίς τη Λη-Τσέρι,
τον Ορφέα χωρίς την Ευρυδίκη,
τον Χαρούν ελ Ρασίντ χωρίς την Σαχραζάτ,
τον…
- Και που τα’ μαθες εσύ όλα αυτά; ρώτησε τώρα η Φωνή.
- Μα από που αλλού. Από τα βιβλία. Βέβαια δεν ισχυρίζομαι ότι τα ξέρω ό-λα. Σίγουρα έχω ξεχάσει μερικά, και αν προσθέσεις και τα βιβλία που δεν διάβασα, υπάρχουν και ένα σωρό που δεν ξέρω ακόμα. Θα προσπαθήσω όμως να απαριθμήσω αυτά που μου έρχονται πρόχειρα στο νου, απάντησε ο Ζωτρα, και συνέχισε χωρίς να πάρει αναπνοή :
τον Πιερότο χωρίς την Κολομπίνα,
τον Αντώνιο χωρίς την Κλεοπάτρα,
τον Χάνσελ χωρίς την Γκρέτελ,
τον Δάντη χωρίς τη Βεατρίκη,
τον Ταμίνο χωρίς την Παμίνα,
τον Ήλιο χωρίς τη Σελήνη,
τον Λύκο χωρίς την Κοκκινοσκουφίτσα,
τους Εφτά νάνους χωρίς τη Χιονάτη,
τον Ποταμό χωρίς τη Μαργαρίτα,
το Τέρας χωρίς την Ωραία…
Μήπως γι’ αυτό λένε ότι η γυναίκα είναι η σκιά του άνδρα;
- Ανοησίες! Απάντησε η Φωνή. Κανείς δεν μπορεί να πει ποιος είναι σκιά ποιανού. Άλλωστε σίγουρα θα έχεις ακούσει να λένε επίσης ότι ο Άνθρωπος είναι η σκιά του Θεού. Αλλά τότε ποιος είναι ο Θεός και ποιος ο Άνθρωπος,
ο Σέρλοκ Χολμς ή ο Δρ. Γουώτσον,
ο Δον Κιχώτης ή ο Σάντσο,
ο Ορέστης ή ο Πυλάδης,
ο Φιλέας Φογκ ή ο Πασπαρτού,
ο Αχιλλέας ή ο Πάτροκλος,
ο Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ ή ο Άντζο της Μελκ,
ο Καραγκιόζης ή ο Χατζηαβάτης,
ο Μέγας Αλέξανδρος ή ο Βουκεφάλας,
ο Άβελ ή ο Κάιν,
ο Δόκτωρ Τζέκυλ ή ο Μίστερ Χαιντ
ο Μποάζ Γιαχίν η ο Γιαχίν Μποάζ
ο Αλαντίν ή το Λυχνάρι του,
ο Αλή Μπαμπά ή οι Σαράντα Κλέφτες,
ο Ηρακλής ή η Λεοντή του………
- Πάλι με μπέρδεψες, είπε με απελπισία ο Ζωτρα και μ’ όλη του την καρδιά ευχήθηκε να ήταν κάπου αλλού. Θα’ ταν πιο εύκολο για παράδειγμα να του ζητούσαν να κερδίσει τρέχοντας μ’ ένα μόνο πόδι τον Κοντορεβιθούλη με τις φτερωτές μπότες του δράκου ή να βρει τ’ όνομα της χαμένης πριγκί-πισσας Ρόζανορ συντρίβοντας τον Χα-Χα που φυλάει τις κερασιές στο Δε-ντρώνα του Τσάντορ, παρά να προσπαθεί να καταλάβει αυτή τη φωνή που του φύτευε τα ερωτήματα με την ίδια ταχύτητα που στη Λερναία Ύδρα ξε-φύτρωναν καινούργια κεφάλια.
- Αχά! Φώναξε θριαμβευτικά η Φωνή. Καλά το σκέφτηκα. Από την Αρχή δεν κατάλαβες Τίποτα. Γιατί δεν είναι δυνατόν να καταλάβεις αφού δεν ξέ-ρεις την Αρχή.
- Την αρχή, ποια αρχή; ψιθύρισε ο Ζωτρα.
- Α! Μα όλα έχουν μια Αρχή. Δε σου είπα παρά μόνον το τέλος. Το συμπέ-ρασμα δηλαδή… και, ε….στην αρχή λοιπόν δεν υπήρχε τίποτα. Όλα ήταν χαμένα μέσα στο Τίποτα. Μόνο όταν ήρθε το Φως όλα έγιναν φανερά.
- Και τι σχέση έχει αυτό με τη σκιά σου; ρώτησε πάλι ο Ζωτρα.
- Έχει και παραέχει, συνέχισε απότομα η Φωνή. Όταν ήρθε το Φως ήρθε και το Σκοτάδι κι έτσι όλα όσα υπάρχουν έχουν και μια σκιά, αλλιώς δε θα υ-πήρχαν.
Ο Ζωτρα φάνηκε να καταλαβαίνει επιτέλους τι ήθελε να πει η Φωνή αλλά κα-θώς κοίταξε κάτω διαπίστωσε ότι δεν έβλεπε τη σκιά του. Ο ίδιος όμως ήταν ε-κεί, δεν ήταν καθόλου χαμένος, υπήρχε, και μάλιστα, σε πολύ καλή κατάσταση. Έτσι σίγουρος ότι η Φωνή τον κορόιδευε ρώτησε ειρωνικά:
- Τώρα ούτε εγώ έχω σκιά. Κι όμως δεν έχω χαθεί. Αυτό πως το εξηγείς;
- Είναι απλό, απάντησε η Φωνή. Ότι δε βλέπεις δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Μ’ αυτό θέλω να πω πως η σκιά σου υπάρχει αφού υπάρχεις εσύ, μόνο που δεν τη βλέπεις γιατί πατάς επάνω της. Και είναι λογικό, γιατί ο Ήλιος βρί-σκεται από πάνω σου αφού είναι κιόλας μεσημέρι. Αρκεί να πηδήξεις και θα τη δεις αμέσως.
Ο Ζωτρα ακολούθησε τη συμβουλή της Φωνής και η Σκιά του - ήταν αλήθεια λοιπόν - φάνηκε αμέσως κάτω από τα πόδια του. Έμοιαζε να σκέφτεται. Είχε ένα σημειωματάριο και κάτι σημείωνε προσεκτικά. Βλέπετε, η Σκιά του Ζωτρα δε μιλούσε, όπως και καμιά σκιά άλλωστε αφού μιλούσε ο Ζωτρα. Μπορούσε όμως να γράφει, αφού ο Ζωτρα δεν είχε μάθει ακόμα να γράφει.
- Τώρα όμως πρέπει να με βοηθήσεις, του φώναξε η Φωνή. Μου το υποσχέθη-κες…
Αλλά πριν προλάβει να τελειώσει τα λόγια της, η Σκιά του Ζωτρα έδωσε στη Φωνή ένα γράμμα. Η Φωνή το άνοιξε και το διάβασε μεγαλόφωνα:

Φίλτατη Φωνή,
Αν βρίσκεστε στη δυσάρεστη θέση να έχετε χάσει τη σκιά σας και δε θυμάστε που, κινηθείτε ως
εξής:
*Σας εσωκλείνω ένα ζευγάρι αστέρια σαν ματογυάλια για να μπορέσετε να βρείτε τη Νύχτα που φαίνεται ότι χάσατε κάποια μέρα.
*Τοποθετήστε το Φεγγάρι στο χαμόγελό σας για να έχει το γέλιο σας τον ήχο του α-σημιού και έτσι η σκιά σας θα σας αναγνωρίσει όταν σας δει να περνάτε.
Ελπίζοντας ότι η αναζήτησή σας θα είναι επιτυχής,
σας αποχαιρετούμε……
υπογραφή:


Μια άλλη σκιά που σας είδε
να περνάτε χωρίς Σκιά

- Σ’ ευχαριστώ, είπε η Φωνή στον Ζωτρα και στη Σκιά του. Νομίζω πως βρή-καμε τη λύση.
- Πήρε τα αστερογυαλιά και τα φόρεσε και τότε έγινε νύχτα. Ο Ζωτρα φοβή-θηκε. Νόμισε πάλι ότι έχασε τη σκιά του.
- Ούτε τώρα την έχασες, μικρέ μου φίλε, του είπε τρυφερά η Φωνή. Τώρα η σκιά σου είναι ολόκληρη η Νύχτα.
Όμως τη Νύχτα ο Ήλιος είναι αόρατος και ορατή είναι η Σελήνη γιατί το Φως είναι το αντίθετο του Σκοταδιού και η Ημέρα το αντίθετο της Νύχτας.

ΣΗΜ΅
Το γράμμα γράφτηκε από την Κάρμεν Ρέγιες.

Το τραγούδι της νύχτας

Η νύχτα νανουρίζει την ημέρα, την τυλίγει στο μαύρο σκοτάδι.
Είναι μονάχη πέρα ως πέρα,
χορεύει Σουίνγκ.

Αχ, Νύχτα Νύχτα
τραγουδάει η φλογέρα
είσαι η πιο ωραία μέρα.

Η νύχτα ξενυχτάει σα νυχτοπούλι,
σα ρόδι ην’ γεμάτη αστέρια,
υγρό σοκολάτινο τούλι,
χορεύει ρούμπα.

Αχ, Νύχτα Νύχτα
τραγουδούν τα βιολιά
είσαι βροχή από φιλιά.

Η νύχτα στροβιλίζεται σαν ρόδα,
σα χαμένη σκιά στο φεγγάρι,
αόρατη τρελή πεταλούδα,
χορεύει βαλς.

Αχ, Νύχτα Νύχτα
τραγουδάνε τα κόρνα
εσένα ονειρεύομαι ακόμα.

ΤΑΞΙΔΙ ΙΙ

Oπως οι κόκκοι στην κλεψύδρα κι η σιωπή στη μοναξιά,
στο διάλειμμα του χρόνου,
στάζουν τα όνειρα αργά.

Το γλυκό τραγούδι της Νύχτας νανούρισε τον Ζωτρα που αποκοιμήθηκε. Το ποδήλατο έτρεχε και έτρεχε ασταμάτητα κρατώντας τον τρυφερά στην αγκα-λιά του.
Έτρεχε στις μύτες των ποδιών του κάνοντας όσο πιο λίγο θόρυβο μπορούσε για να μην τον ξυπνήσει.
Και ενώ τα όνειρα κυλούσαν σαν τις νεράιδες στον λαβύρινθο του βασιλείου των σκιών που βρίσκεται πίσω από τα βλέφαρα, το φως ξύπνησε τον Ζωτρα τραβώντας μαλακά από πάνω του το πάπλωμα της νύχτας.
Ο Ύπνος έτρεξε τρομαγμένος να κρυφτεί και ο Ζωτρα είδε γι’ ακόμα μια φορά τον ήλιο ν’ ανάβει φωτιές στον ορίζοντα.
Η χώρα των ματιών, αναδύθηκε σαν ένα νησί στη θάλασσα της Όρασης, όπου τα πάντα γίνονται φανερά, ακόμα και οι περιπέτειες των δακρύων που ερω-τεύονται.

Στη χώρα των ματιών

΄΄Η απόσταση είναι πολύ μικρή,
όσο δεν νομίζεις….΄΄
Μίνα

Πριν από πολλά μα πολλά χρόνια, τότε που ο κόσμος δεν είχε ακόμα μορφή και σχήμα, υπήρχαν δύο πολιτείες ίδιες και απαράλλαχτες σαν δυο δίδυμα μωρά, η μία δίπλα στην άλλη. Ίδιες και απαράλλαχτες σαν δυο σταγόνες νερό, σαν δυο ρόδες ποδηλάτου, σαν δυο τσικλόφουσκες, δίπλα η μία στην άλλη και είχαν και οι δύο το σχήμα του ματιού.
(σχέδιο)
Σ’ αυτές τις πολιτείες ζούσαν τα δάκρυα και κάθε φορά που η μία πολιτεία κοι-τούσε την άλλη κάποιο δάκρυ ερωτευόταν ένα άλλο δάκρυ.
Ο Ζωτρα δεν ήταν δυνατόν να μάθει όλες αυτές τις περιπέτειες σ’ ένα μόνο τα-ξίδι, αλλά έμαθε για την περιπέτεια του Σοκίν και της Ανναωί, την πιο γνωστή περιπέτεια απ’ όλες.
Γνωστή σε κάθε πέτρα και σε κάθε δέντρο αυτής της χώρας. Γνωστή σε κάθε δί-πλωμα του εδάφους, σε κάθε τύλιγμα του δρόμου, σε κάθε γύρισμα του ανέμου, σε κάθε ψίθυρο του χρόνου.
(σχέδιο)
Ο Σοκίν ήταν ένα δάκρυ-αγόρι που ζούσε στην ανατολική πολιτεία και του ά-ρεσε να βγαίνει μόνο του περίπατο στη Νύχτα και να κοιτάζει την Ανναωί, το πιο ωραίο δάκρυ-κορίτσι της δυτικής πολιτείας, να ρεμβάζει σιωπηλό στο πα-ράθυρο του σπιτιού της, κάτω απ’ το φως μιας ζηλότυπης Σελήνης που σεργια-νούσε ανάμεσα στ’ αστέρια και καμάρωνε σαν παγώνι. Αλλά τη Νύχτα, που κα-τοικεί στα σύνορα του Χάους και του Κενού, κύρια όταν ο Άνεμος γίνεται τρυ-φερός και απαλός σα χάδι, γεννιέται πάντοτε σχεδόν ένας μικρός και σκανδα-λιάρης φτερωτός θεός, ο Έρωτας. O Έρωτας είναι πιο αρχαίος κι απ΄τους αν-θρώπους, κι εμφανίζεται πάντα όταν δυο βλέμματα συναντιούνται, όπως τα βλέμματα του Σοκίν και της Ανναωί εκείνο το απερίσκεπτο βράδυ. Κρυμμένος πίσω απ’ το σκοτάδι του αρέσει να πληγώνει με τα βέλη του στην καρδιά όσους έχουν την τόλμη ή την απερισκεψία ν’ αποφεύγουν τον Ύπνο. Οι πληγωμένοι έχουν μάτια που λάμπουν σαν αστέρια, έχουνε νου σα βάρκα σε ομίχλη και μια επιθυμία κόκκινο βαθύ σαν το κεράσι.
Αν έβλεπε κανείς αυτό το βράδυ τον Σοκίν και την Ανναωί θα καταλάβαινε πως ήταν πληγωμένοι ή, όπως συνήθως λέγεται, ερωτευμένοι.
Την άλλη μέρα το πρωί ο Σοκίν αποφάσισε να πάει στην Ανναωί περνώντας πάνω από το ψηλό και κούφιο βουνό της Όσφρησης, που χώριζε σα φράχτης τις δύο πολιτείες. Ένα βουνό απόκρημνο, γυμνό, χωρίς νερό, χωρίς σκιά, χωρίς τροφή, χωρίς δροσιά, χωρίς δεξιά κι αριστερά.
(σχέδιο)
Αλλά ο ήλιος ήταν δυνατός κι έτσι καθώς ο Σοκίν σκαρφάλωνε στα βράχια φορ-τωμένος την ανεκπλήρωτη ακόμα επιθυμία του, ο ιδρώτας του έτρεχε σαν το ποτάμι. Όταν το βράδυ έφτασε εξαντλημένος στην κορυφή, έπεσε αμέσως και κοιμήθηκε αγκαλιά με την ευχάριστη δροσιά της νύχτας.
Η Σελήνη με τα χέρια στη μέση της τον κοίταζε θυμωμένη. Μόνο που ο Σοκίν δεν έβλεπε παρά μόνο το πρόσωπο της Ανναωί, ολοζώντανο πάνω στο φόντο της σκοτεινής Νύχτας. Έβλεπε το φωτεινό της χαμόγελο να κολυμπάει σα βάρ-κα χρυσή μέσα στα δάκρυα που έτρεχαν από τα δύο μεγάλα μαύρα μάτια της. Η Νύχτα αυτή κράτησε όσο και η αιωνιότητα.
Όταν την επόμενη ξύπνησε και ετοιμάστηκε να συνεχίσει, διαπίστωσε ξαφνικά πόσο πολύ μοιάζουν οι δύο πολιτείες καθώς τις κοίταζε από ψηλά, που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει από ποια πολιτεία έφυγε και σε ποια πηγαίνει.
(σχέδιο)
Έψαξε γύρω για σημάδια αλλά τη νύχτα ο άνεμος έσβησε τα χνάρια και στέ-γνωσε τον ιδρώτα. Έτσι πήρε έναν δρόμο στα τυφλά, στην τύχη δηλαδή, γιατί η τύχη είναι τυφλή κι αυτός ο δρόμος δυστυχώς ήταν ο δρόμος της επιστροφής. Ο ήλιος ήταν δυνατός και ο ιδρώτας που χυνόταν τον έκανε να λιώνει και να λιώ-νει σαν παγωτό και όταν κάποτε έφτασε πια στην πολιτεία του ήταν τόσο αδύ-ναμος που δεν μπορούσε να ξανακάνει για δεύτερη φορά το ίδιο ταξίδι. Ο έρω-τάς του έγινε πυρετός κι αδύναμος καθώς ήταν κύλησε προς το υπόγειο βασί-λειο της Γεύσης, που βρίσκεται στην άκρη του βουνού της Μυρουδιάς, περι-φρουρημένο με βράχια ψηλά σαν τα χείλη και τείχη άσπρα σαν τα δόντια.
(σχέδιο)
Η Ανναωί, αδύνατη απ’ τη θλίψη και εξαντλημένη απ’ το κλάμα γλίστρησε κι αυτή προς το βασίλειο της Γεύσης.
Θες από Σύμπτωση, θες από Τύχη, ο Σοκίν και η Ανναωί συναντήθηκαν Νύχτα στα τείχη του βασιλείου της Γεύσης και ευτυχισμένοι χύθηκαν ο ένας στην α-γκαλιά του άλλου κάτω από το βλέμμα μιας Σελήνης που απ’ την κακία της δεν έστελνε το φως της.
Από το θόρυβο ξύπνησε ο βασιλιάς ο Ουρανίσκος.
- Ποιος είναι; ρώτησε τον φύλακα, τη Γλώσσα.
- Δυο δάκρυα είναι, απάντησε η Γλώσσα. Δυο δάκρυα αλμυρά από Έρωτα.

Η Σελήνη από τη ζήλια της διέδωσε ότι ο Σοκίν και η Ανναωί δεν κύλησαν προς το βασίλειο της Γεύσης αλλά προς τον αφιλόξενο τόπο της Ακοής, που’ χει δυο πόρτες, μία στην Ανατολή και μία στη Δύση, όπου τρελάθηκαν χαμένοι στους ατέλειωτους διαδρόμους των λαβυρίνθων που προστατεύουν το βασίλειο από τους ξένους επισκέπτες.
Λέει ακόμα, ότι ο έρωτας του Σοκίν έλιωσε κάτω από το δυνατό ήλιο και τις κα-κουχίες του ταξιδιού, ενώ ο έρωτας της Ανναωί λιγόστεψε από το κλάμα και από τη θλίψη μιας απελπισμένης αναμονής. Έτσι, ώστε όταν συναντήθηκαν, δε θυμόταν πια ο ένας τον άλλο.
Αλλά όλα αυτά η Σελήνη τα λέει γιατί είναι πολύ μόνη και πολύ μακριά, αφού ο Έρωτας δεν μπόρεσε ποτέ να τη φτάσει και να την πληγώσει.
Ο Ζωτρα όμως ξέρει ότι όλα αυτά ήταν ψέματα.
Πιασμένος χέρι με χέρι με το ποδήλατο, πρόθυμο πάντα να τον κουβαλήσει, συνέχισαν το ταξίδι τους σιωπηλοί ενώ η Μέρα μπροστά στον καθρέφτη της, με τα φτιασίδια, τα αρώματα και τα χτένια της, προσπαθούσε να γίνει ωραιότερη στα μάτια του Ήλιου.

Το τραγούδι της μέρας

Η Μέρα ονειρεύεται τη μέρα, μ’ έναν ήλιο στρογγυλό σα φεγγάρι,
κι όπως ο Νάρκισσος κοιτάζει τo νερό,
αυτή κοιτάζεται στον ουρανό.

Η Μέρα πάντα λιάζεται όλη μέρα,
σ’ έναν ήλιο ζεστό σα φουφού,
και σα μπουγάδα στα σκοινιά απλωμένη,
σε πουπουλένια σύννεφα τη βρίσκεις ξαπλωμένη.

Η Μέρα ξυπνάει, πρωί κάθε μέρα,
από έναν ήλιο φωτεινό σα διαμάντι,
κι όπως τα φρούτα κολυμπούν στη σαντιγί,
στο φως κυλιέται σαν ανέμελο παιδί.

Ρεφρέν:
Η Μέρα είναι μόνο μια
και σαν τη μέρα άλλη καμία.

ΤΑΞΙΔΙ ΙΙΙ

΄΄Ο κόσμος δεν είναι παρά μια σκηνή
κι οι άνθρωποι δεν είναι τίποτε άλλο από ηθοποιοί΄΄
Ελβις Πρισλεϊ

Ο Ζωτρα δεν ξέρει να γράφει, αλλά η Σκιά του ξέρει. Σε κάθε βιβλίο υπάρχουν δύο πρόσωπα. Το ένα είναι ο Ήρωας και το άλλο ο Συγγραφέας. Ο Συγγραφέας είναι αυτός που ζωγραφίζει με λέξεις πράγματα που ο Ήρωας τα ζει, τα βλέπει, τα αισθάνεται. Χωρίς αυτόν κανείς δεν θα γνώριζε για τις περιπέτειες και τα ταξίδια του Ήρωα. Φυσικά ο κάθε Συγγραφέας έχει ανάγκη από κάποιον Ή-ρωα. Αλλιώς δεν θα ήξερε τι να γράψει. Με δυο λόγια μπορούμε να πούμε ότι για να γίνει ένα βιβλίο, χρειάζεται και ο Συγγραφέας και ο Ήρωας, και ότι χω-ρίς κάποιον από τους δύο το βιβλίο δε είναι δυνατόν να γραφτεί. Σ΄ αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο, ξέρουμε ότι ο Ζωτρα είναι ο Ήρωας. Ας αφήσουμε, λοιπόν, για λίγο τον Ήρωα μας και τις περιπέτειες του, για να δούμε τι είναι ο Συγγραφέας. Ρωτήσαμε την Σκιά του Ζωτρα, που στην προκειμένη περίπτωση είναι ο Συγγραφέας γιατί γράφει αυτό το βιβλίο, και αυτή μας είπε:
΄΄Η δουλειά του Συγγραφέα δεν είναι εύκολη δουλειά. Είναι αρκετά δύσκολη και μερικές φορές, θα’λεγα, μπορεί να είναι και επικίνδυνη, όχι μόνο για τον ί-διο τον συγγραφέα, αλλά και για τους αναγνώστες. Για τον ίδιο είναι επικίνδυ-νη γιατί πρέπει να μοιράζεται τις περιπέτειες του ήρωα του. Για τους αναγνώ-στες είναι επικίνδυνη όταν ο συγγραφέας είναι κακός ή όταν δεν γράφει την αλήθεια. Αλλά ας δούμε τι κάνει ο συγγραφέας. Ο Συγγραφέας είναι ένας Συλ-λέκτης, ένας Κυνηγός, ένας Ψαράς, Ο Συγγραφέας μαζεύει λέξεις. Άλλες φορές με το διχτάκι του όπως αυτός που συλλέγει πεταλούδες, άλλες φορές στήνει πα-γίδες όπως ο κυνηγός των άγριων θηρίων ή ρίχνει δίχτυα όπως ο Ψαράς. Κάθε φορά ανάλογα με την περίπτωση. Πρέπει να’ ναι γρήγορος, γυμνασμένος και εφευρετικός. Γιατί υπάρχουν πολλές λέξεις έξυπνες που ξέρουν να ξεφεύγουν όπως οι Πέστροφες. Υπάρχουν λέξεις γρήγορες όπως ο Πάνθηρας ή ο Γατόπαρ-δος. Λέξεις που πετάνε ψηλά όπως ο Αετός ή το Γεράκι. Λέξεις μεγάλες σαν τον Ελέφαντα και πιο μεγάλες σαν το Δεινόσαυρο. Λέξεις μικρές σαν τα Κουνούπια ή πιο μικρές σαν τα Μικρόβια. Λέξεις αόρατες και λέξεις που μεταμορφώνονται σαν τον Χαμαιλέοντα. Λέξεις δηλητηριώδεις όπως τα Φίδια ή οι Αράχνες. Λέ-ξεις σπάνιες όπως οι Φάλαινες και λέξεις επικίνδυνες σαν τα Λιοντάρια. Υπάρ-χουν φυσικά και λέξεις κουτές σαν τα Κοτόπουλα. Λέξεις αργές σαν τις Χελώνες και τα Σαλιγκάρια. Λέξεις τυφλές σαν Τυφλοπόντικες και λέξεις φιλικές και κα-τοικίδιες όπως τα Άλογα ή τα Σκυλιά. Υπάρχουν τέλος λέξεις που δεν είναι αυτό που φαίνονται και λέξεις που δεν είναι πάντα αυτό που νομίζουμε. Όπως και να’ ναι όμως ο Συγγραφέας πρέπει να τις πιάνει πάντα ζωντανές. Νεκρές οι λέ-ξεις δεν έχουν κανένα νόημα. Γι’ αυτό δε χρησιμοποιεί ποτέ όπλα, σφαίρες, μα-χαίρια, τόξα, δόκανα και αγκίστρια. Αν από λάθος τις πληγώσει τότε τις περι-ποιείται μέχρι να θεραπευτούν. Αυτό είναι η πρώτη δουλειά του Συγγραφέα.
Η δεύτερη δουλειά του, είναι να βρει ένα χώρο για να τις φυλάξει μη δραπετεύ-σουν. Και δε φτάνει μόνο αυτό. Πρέπει επίσης να τις ταξινομήσει. Να τις βά-λει στη σειρά και στη σωστή θέση έτσι ώστε οι σαρκοφάγες λέξεις να μην πειρά-ζουν τις φυτοφάγες, οι λέξεις που κάνουν φασαρία να μην ενοχλούν αυτές που θέλουν ησυχία κ.λ.π. Και τότε είναι έτοιμος να γράψει.
Διαλέγει απ’ τις λέξεις, αυτές που του είναι χρήσιμες, ανάλογα μ’ αυτό που θέλει να πει και τις τοποθετεί προσεκτικά τη μία δίπλα στην άλλη. Ας πούμε ότι θέλει να μιλήσει για τον Ήλιο.
Ο Ήλιος είναι άλλοτε κόκκινος σαν το αίμα ή την παπαρούνα, άλλοτε κίτρινος σαν τον κρίνο ή το καναρίνι. Άλλοτε είναι στρογγυλός σαν τη ρόδα ή το φεγ-γάρι, άλλοτε μια φωτεινή στιγμή σαν τις πυγολαμπίδες κι άλλοτε διαχέεται ό-πως το φως των φαναριών μέσα στην ομίχλη. Άλλοτε είναι λυπημένος σαν τον Μικρό Πρίγκιπα και άλλοτε χαρούμενος σαν τον Μικρό Πρίγκιπα. Άλλοτε δυ-νατός σαν τον Γολιάθ και άλλοτε αδύναμος σαν τον Δαυίδ. Άλλοτε μεγάλος σαν τον Κύκλωπα κι άλλοτε μικρός σαν τον Κοντορεβιθούλη. Άλλοτε καίει σαν αναμμένο κάρβουνο κι άλλοτε δροσίζει σαν τις λάμπες από νέον. Άλλοτε είναι ερωτευμένος. Άλλοτε είναι θυμωμένος και άλλοτε είναι χαμογελαστός. Γκρινιά-ζει, ζηλεύει, κουράζεται, βαριέται, ξυπνάει και κοιμάται. Το ίδιο συμβαίνει και με τη θάλασσα και με τον αέρα και με κάθε τι. Ακόμα και με τον Ζωτρα.
Προσοχή όμως, τόνισε η Σκιά. Δεν πρόκειται για μια απλή παράθεση, αλλά για ένα μαγικό ανακάτεμα. Ο Συγγραφέας πάνω απ’ όλα είναι, όσο παράξενο και να σας φαίνετε, ένας μάγειρας. Πρέπει να βρει τις σωστές αναλογίες, να προ-σθέσει τα σωστά καρυκεύματα, να βάλει τις λέξεις στη σειρά που απαιτεί η νο-στιμιά του κειμένου. Όπως και στη μαγειρική, με τα ίδια συστατικά μπορεί το ίδιο φαγητό να είναι νόστιμο ή άνοστο ανάλογα με το ποιος το μαγειρεύει, έτσι και ένα κείμενο με τις ίδιες λέξεις μπορεί να είναι κακό ή ελκυστικό ανάλογα με το ποιος το γράφει. Αρκεί μια απροσεξία, κάποιο περίσσιο επίθετο ή μια ασήμαντη ασυνταξία για να χαλάσει την ομορφιά του κειμένου. Καταλαβαίνετε λοιπόν πόση σημασία έχει για τον συγγραφέα να βρει και να βάλει στην κατάλληλη θέση, την κατάλληλη στιγμή την πιο κατάλληλη λέξη; Καταλαβαίνετε ότι αυτό απαιτεί προσοχή, μαστοριά, καλό γούστο και ενίοτε τόλμη; ΄΄

Ο Ζωτρα είδε τον Ήλιο σ’ όλες του τις μορφές αλλά παρόλο το δρόμο που έκανε δεν έφτασε καθόλου πιο κοντά.
Ο Ήλιος έδυε και ανέτειλε πάντα το ίδιο μακριά, πέρα από την απέραντη θά-λασσα και πίσω από τα στρογγυλά βουνά. Ήταν όμως τόσο μεγάλη η επιθυμία του να φτάσει σ’ αυτόν ώστε συνέχιζε το ταξίδι του, και μαζί μ΄ αυτόν και η Σκιά του το κυνήγι των λέξεων, γιατί η δική της επιθυμία, να μιλήσει για τις περιπέτειες του Ζωτρα, ήταν το ίδιο δυνατή. Μόνο που κάθε φορά που έγραφε κάτι, έβρισκε πως μπορούσε να το γράψει καλύτερα αλλά όσες φορές και να το έγραφε, το Καλύτερα έμενε πάντα το ίδιο μακριά όπως και ο Ήλιος για τον Ζωτρα.
Έτσι και οι δύο συνέχισαν να περιπλανιούνται κάτω απ ΄το άγρυπνο βλέμμα του Ήλιου, ο ένας ψάχνοντας τον δρόμο, και ο άλλος τις λέξεις.

Στη χώρα του λόγου

΄΄Αν αφήσεις την πόρτα
κλειστή σ’ όλες τις πλάνες
τότε θα μείνει απ’ έξω
και η Αλήθεια.΄΄
Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ

Στη Χώρα του Λόγου τα σπίτια είναι χαμηλά και μοιάζουν με μεγάλα βιβλία, όπου αν προσθέσουμε και τους δρόμους, όλη η πόλη είναι μια τεράστια βιβλιο-θήκη. Μόνο που τα βιβλία αυτά δεν μπορείς να τα ξεφυλλίσεις γιατί είναι πέ-τρινα και δεν έχουν σελίδες. Η πρόσοψη του κάθε σπιτιού μοιάζει μ’ εξώφυλλο βιβλίου και πίσω από ένα γυάλινο χώρισμα κάθεται και από ένας άνθρωπος όπως οι ταμίες στις τράπεζες. Οι άνθρωποι αυτοί, που είναι οι κάτοικοι και ιδι-οκτήτες των σπιτιών, διηγούνται στους περαστικούς ιστορίες. Κάθε σπίτι-βιβλίο κι ένας κάτοικος, κάθε κάτοικος και μια ιστορία. Όλες οι ιστορίες μιλούν για το πως φτιάχτηκε η γλώσσα, με τα σύμφωνα, τα φωνήεντα, τις λέξεις, τις φράσεις, τις παραγράφους, τα κεφάλαια και τις έννοιες και φυσικά καμία ιστορία δεν έμοιαζε με καμιά μια άλλη ιστορία.
Παρόλο που οι άνθρωποι των σπιτιών-βιβλίων δε μιλούσαν όλοι την ίδια γλώσσα, οι ταξιδιώτες, όσο περίεργο κι αν φαίνεται, καταλάβαιναν τις ιστορίες γιατί αποτελούνταν από λέξεις που μπορεί να’ ναι διαφορετικές αλλά έχουν πάντα το ίδιο νόημα σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου.
Ο Ζωτρα - και πίσω του η Σκιά-συγγραφέας - άρχισαν να περιπλανιούνται μέ-σα σ’ αυτό το παζάρι με τις πολλές ιστορίες, ο πρώτος για ν’ ακούσει κι ο δεύτε-ρος για να γράψει. Μα, για να μη μακρυλογώ, αφού ο χρόνος σας είναι μικρός και οι σελίδες αυτού του βιβλίου λίγες, θα σας διηγηθώ, πολύ σύντομα, μερικές από αυτές τις ιστορίες, που μιλούσαν για τις λέξεις και ήταν φτιαγμένες από λέ-ξεις, που περιγράφανε πως φτιάχτηκε η γλώσσα και ήταν η κάθε μία σε άλλη γλώσσα.

Ο Πρώτος κάτοικος, σε μία γλώσσα που έμοιαζε περισσότερο με Αραβικά, έλεγε περίπου τα εξής:
‘’Στην αρχή ο κόσμος ήταν βουβός, γιατί δεν υπήρχαν παρά μόνο τα σύμφωνα και τα φωνήεντα. Τα χώριζε το βουνό της φαντασίας όπου υπάρχουν όλες οι επιθυμίες που γεννούν απληστία σε όσους έχουν την τόλμη ή την απερισκεψία να τις αποκτήσουν.
Γι’ αυτό και τα σύμφωνα και τα φωνήεντα ήθελαν να’ χουν δικό τους το βουνό και δεν τους έφτανε να το μοιράζονται μεταξύ τους.
Ήταν, λοιπόν, διαρκώς σε πόλεμο μόνο που οι άναρθρες κραυγές της μάχης, ‘’κρμνλπτζχ’’ και ‘’αεοηιυ’’, ενοχλούσαν κι εκνεύριζαν το θεό που έφτιαξε τον κόσμο κι ήθελε επιτέλους να ξεκουραστεί. Έτσι κι αυτός μια μέρα, την ώρα που όλοι πολεμούσαν στο βουνό και ούρλιαζαν τους έριξε μια βροχή από μέλι και τα φωνήεντα κόλλησαν με τα σύμφωνα κι έγιναν πρώτα οι συλλαβές κι ύστερα οι λέξεις.
Από τότε τα φωνήεντα και τα σύμφωνα σταμάτησαν να πολεμούν και ζούνε α-δελφωμένοι στο βουνό της φαντασίας σε μικρές κοινότητες που λέγονται ΄΄λέξεις΄΄ και σε μεγαλύτερες που λέγονται ΄΄φράσεις΄΄.
Γι’ αυτό λέμε ότι ΄΄ο Λόγος είναι γλυκός΄΄.

Ο Δεύτερος κάτοικος, σε μία γλώσσα που έμοιαζε με Βουλγάρικα, έλεγε περίπου τα εξής:
΄΄Την πέμπτη μέρα ο θεός έφτιαξε όλα τα ζώα και τα ζώα είχαν μιλιά, μόνο που κάθε ζώο δεν πρόφερε παρά μία μόνο συλλαβή ή δύο το πολύ κι αυτές χωρίς κανένα νόημα. Ο Κόκορας έλεγε ‘’κικιρίκο’’ και η γάτα έλεγε ‘’μιάου-μιάου’’, ο γάιδαρος έλεγε ‘’αγκα-αγκου’’, το πρόβατο έκανε ‘’μπε-με’’, το λιοντάρι ‘’Γκρρρ’’, ο σκύλος ‘’γαβ-γαβ’’ και το άλογο ‘’Χνρ-Χμρ’’.
Την έκτη μέρα ο θεός έφτιαξε τον άνθρωπο παίρνοντας κάτι απ’ όλα τ’ άλλα ζώα. Από το λιοντάρι τη χαίτη, από τον πίθηκο τα πόδια και τα χέρια, την εξυ-πνάδα από την αλεπού, την ευλυγισία από τη γάτα, την αγριάδα από το σκύλο και τη σοφία από την κουκουβάγια.
Πήρε όμως και όλες τις συλλαβές και μ’ αυτές ο άνθρωπος έφτιαξε λέξεις και μί-λησε και μας διηγήθηκε τον τρόπο που δημιουργήθηκε.΄΄
Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι ΄΄ο Λόγος είναι δημιουργία΄΄.

Ο Τρίτος κάτοικος, σε μία γλώσσα που έμοιαζε με Ιταλικά, έλεγε περίπου τα ε-ξής:
΄΄Ο θεός άφησε όλα τα αγαθά του κόσμου σ’ ένα βουνό κι όλα τα ζωντανά τρέ-ξανε να τα πάρουνε αλλά οι άνθρωποι έφτασαν τελευταίοι. Γιατί δεν ήταν ούτε τόσο γρήγοροι όπως τα πτηνά ούτε ήξεραν τόσο καλά το μέρος όπως τα ζώα. Όταν έφτασαν βρήκανε μόνο τα γράμματα και μ’ αυτά έφτιαξαν λέξεις και διη-γήθηκαν την περιπέτειά τους΄΄.
Από δω βγήκε η έκφραση ΄΄Στην περιπέτεια του Λόγου΄΄.

Ο Τέταρτος κάτοικος, σε μία γλώσσα που έμοιαζε με Ισπανικά, έλεγε περίπου τα εξής:
΄΄Ο θεός έφτιαξε τον κόσμο κι έδωσε σε κάθε χώρα κι από ένα όνομα αλλά ο άν-θρωπος έφτιαξε καράβια, ταξίδεψε σ’ όλες τις χώρες, μάζεψε τα ονόματα κι έ-φτιαξε λέξεις και διηγήθηκε τα ταξίδια του΄΄.
Γι’ αυτό οι άνθρωποι που ταξιδεύουν ξέρουν να διηγούνται τόσες πολλές ιστο-ρίες.

Ο Πέμπτος κάτοικος, σε μία γλώσσα που έμοιαζε με Ελληνικά, έλεγε περίπου τα εξής:
΄΄Οι θεοί έφτιαξαν τον άντρα και τη γυναίκα. Αυτή λοιπόν την πρώτη γυναίκα την ονόμασαν Πανδώρα και της χάρισαν ένα κουτί γεμάτο δώρα. Η Πανδώρα, περίεργη όπως ήταν, άνοιξε το κουτί και τότε ξεχύθηκαν τα γράμματα που είναι η πηγή κάθε συμφοράς μα και κάθε ευτυχίας γιατί οι άνθρωποι έφτιαξαν λέξεις και φράσεις. Άλλες μας κάνουν να θυμώνουμε ή να λυπόμαστε και άλλες μας κάνουν να γελάμε ή να χαιρόμαστε΄΄.
Από δω βγήκε η έκφραση ΄΄Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει΄΄.

Ο Έκτος κάτοικος, σε μία γλώσσα που έμοιαζε με Εβραϊκά, έλεγε περίπου τα ε-ξής:
‘’ Ο Θεός μοίρασε τα γράμματα της αλφαβήτου στους αγγέλους του ουρανού, ένα γράμμα σε κάθε άγγελο. Είναι επομένως οι Άγγελοι που μαζεύονται στα γραπτά και στα λόγια μας και κάνουν τα θαύματα που εκπλήσσουν τους κοι-νούς ανθρώπους.’’

Ο Έβδομος κάτοικος, σε μία γλώσσα που έμοιαζε με Ινδικά, έλεγε περίπου τα εξής:
΄΄Ο κόσμος φτιάχτηκε από γράμματα όπως η κότα βγήκε από τ’ αυγό. Η απόδειξη είναι πως κάτι δεν υπάρχει αν δεν ξέρουμε πως λέγεται και ότι για να κάνεις μια κότα δεν έχεις παρά να βάλεις ένα κ δίπλα σε ένα ο και ύστερα ένα τ και τέλος ένα α, με πολύ όμως προσοχή γιατί οι κότες φεύγουν ενώ τα αυγά μένουν.΄΄
Γι’ αυτό λέμε ότι ΄΄Τα λόγια φεύγουν ενώ τα γραφτά μένουν΄΄.

Ο Όγδοος κάτοικος, σε μία γλώσσα που έμοιαζε με Ινδιάνικα, έλεγε τα εξής:
΄΄Τα γράμματα ήτανε άστρα που πέσανε από τον ουρανό και ο άνθρωπος τα βρήκε στη γη όπως και όλα τα φυτά και τα ζώα΄΄.
Γι’ αυτό και οι Ινδιάνοι δεν ξέρουν να γράφουν.

Τέλος, ο Ένατος κάτοικος, σε μία γλώσσα που δεν υπάρχει πια παρά μόνο σε κάτι δύσκολα και ακαταλαβίστικα βιβλία, έλεγε περίπου τα εξής:
΄΄Τα γράμματα υπάρχουν στις λέξεις και οι λέξεις υπάρχουν στα Γράμματα με τρόπο που κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει.
Έλεγε επίσης ότι ΄΄υπάρχουν Γράμματα με πολλές λέξεις και λέξεις με πολλά γράμματα και ότι τα γράμματα λέγονται έτσι επειδή γράφονται και όποιος δεν έχει όρεξη να γράψει δεν στέλνει Γράμματα».
Γι’ αυτό λέμε, ‘’Μη χάνεις την ώρα σου διαβάζοντας ανοησίες.

Βέβαια ο Ζωτρα άκουσε κι άλλες ιστορίες. Τόσες πολλές που άρχισε να τις μπερδεύει. Ένιωθε χαμένος όπως και ο Θησέας στον Λαβύρινθο. Γιατί η βιβλι-οθήκη είναι ένας Λαβύρινθος, το κάθε βιβλίο ένας άλλος και όλες οι λέξεις είναι ίδιες και δε μπορείς να βρεις το δρόμο σου ακολουθώντας απλά τις λέξεις, αλλά μόνο αν ξέρεις ακριβώς τι θέλεις πεις και που θέλεις να πας. Γι΄ αυτό κι ο Ζω-τρα που ήξερε που θέλει να πάει, πιάστηκε από τις ακτίνες του Ήλιου, όπως ο Θησέας από το νήμα της Αριάδνης και βρήκε το δρόμο του, σέρνοντας πίσω του την άμοιρη Σκιά-συγγραφέα με τις σελίδες της, με τα μολύβια της και με τις λέ-ξεις της.
Συνέχισαν έτσι να τρέχουν γύρω-γύρω απ’ τη γη όπου συμβαίνουν τα πιο περί-εργα πράγματα. Ο Ήλιος έπεφτε σε ύπνο βαρύ κι η Νύχτα έπεφτε βαριά και με ταχύτητα πάνω Γη σαν το μήλο του Νεύτωνα. Κι όλο αυτό το βάρος το σήκωνε στις πλάτες του ο μυθικός Άτλαντας.

Το τραγούδι της γης

Το τραγούδι της γης


Η Γη είναι πάντα στρογγυλή,
κι η πορεία του Ήλιου κυκλική,
η Μέρα γεννιέται και πεθαίνει,
το Νερό πέφτει κι ανεβαίνει.

Η αλήθεια υπάρχει μες το ψέμα,
εικόνες γεμίζουν το κάθε βλέμμα,
στη Σελήνη το φως τελειώνει,
κάθε πρωί ο Ύπνος λιώνει.

Η κίνηση είναι πάντα ζωηρή,
το πήγαιν’ έλα, τα πάντα κινεί,
τα Ακίνητα η λήθη θανατώνει
και η σιωπή γεμίζει με σκόνη.

Ρεφρέν:
Γυρίζει η γη
γύρω απ’ τη γη.
Γι’ αυτό κι εγώ
αγαπώ τη γη.

ΤΑΞΙΔΙ ΙV

΄΄Είτε μόνος είσαι, είτε με παρέα,
είναι καλό να έχεις παρέα.΄΄
Αμβρόσιος Σακάδας

Ο Ζωτρα και η Σκιά του πάνω στο ποδήλατο έτρεχαν σε μονοπάτια καινούρ-για και παλιά που χάραξε το πέρασμα των ταξιδιωτών που πέρασαν πριν ή λίγο πριν ή πολύ πριν από αυτούς. Στα δέντρα, στην άκρη των μονοπατιών, με μαχαίρι ή κάποιο άλλο αιχμηρό αντικείμενο, σκάλισαν οι ταξιδιώτες τα ονόματά τους καθώς και τον προορισμό του ταξιδιού τους, όμοια με τους ερω-τευμένους που σκαλίζουν κι αυτοί τον έρωτά τους, σύμφωνα με μια συνήθεια πιο παλιά κι απ’ τον Παρθενώνα.

Μάρκο Πόλο, προς Κίνα,
Μέγας Αλέξανδρος, προς Ινδίες,
Μικρός Πρίγκιπας, προς Αστεροειδή 328,
Αλίκη, προς Χώρα των Θαυμάτων,
Κολόμβος, προς Ινδίες,
Μινχάουζεν, προς Τυρονήσι,
Σεβάχ ο Θαλασσινός, προς Βεγγάζη,
Ιάσονας, προς Κολχίδα,
Ηρακλής, προς Ατλαντίδα,
Οδυσσέας, προς Ιθάκη,
Τρυποκάρυδος, προς Πυραμίδες,
Γκιούλιβερ, προς Λιλιπούτη,
Γιαχίν Μποάζ, αναζητώντας το Λιοντάρι,
Χανς Πφάαλ, προς Σελήνη,
Δον Κιχώτης, προς Τόβολο,
Ξαβιέ ντε Μαιτρ, προς Πολυθρόνα,
Μπίλμπο Μπάνκινς, προς χώρα των Χόμπιτ,
Φιλέας Φογκ, προς Κίνα,
……………………………………………………………………..
Τα δέντρα ήταν γεμάτα με τόσα πολλά ονόματα ταξιδιωτών που διψούσαν για γνώση, πλούτη και περιπέτεια, άλλα γνωστά και άλλα άγνωστα στον Ζω-τρα που από ένα σημείο κι ύστερα δεν μπορούσε πια να τα απομνημονεύσει.
Διαπίστωσε όμως ότι ο καθένας απ’ αυτούς ταξίδευε με κάποιο από τα γνωστά μεταφορικά μέσα όπως το πλοίο, το τρένο, το αερόστατο, το αεροπλάνο, το άλογο, ο πύραυλος, το αυτοκίνητο, η καμήλα, η βάρκα, ο ελέφαντας, το έλκη-θρο, η άμαξα…
Αλλά κανένας με ποδήλατο.
Ήταν, λοιπόν, ο πρώτος και ίσως ο μόνος που έκανε ταξίδι με ποδήλατο και μάλιστα με τέτοιο ποδήλατο.

Του έκανε εντύπωση πόσο καλοδιατηρημένο και καθαρό ήταν. Το τιμόνι του, οι ζάντες και οι αχτίνες γυάλιζαν νύχτα και μέρα. Παρόλο που το μέταλλο από το οποίο ήταν κατασκευασμένο ήταν βαρύ κι ανθεκτικό, το ίδιο το ποδή-λατο είχε ένα σχήμα κομψό και θηλυκό, μα ταυτόχρονα στιβαρό και καλογυ-μνασμένο που το έκανε να μοιάζει πιο πολύ με λυγερό και θαρραλέο βασιλικό άλογο παρά με άγαρμπο και βρώμικο γουρούνι. Η σέλα του θύμιζε πρόσωπο. Ήταν φτιαγμένη από γνήσιο δέρμα, μαλακό όπως το δέρμα ενός μωρού και η όψη της είχε μια έκφραση φιλόξενη, ευγενική και ήρεμη, χωρίς σημάδια και ρυτίδες. Τα πετάλια έμοιαζαν με χέρια δυνατά και το φανάρι με φωτεινό μά-τι. Τότε πρόσεξε για πρώτη φορά ότι στο δρόμο εμφανίστηκε και μια δεύτερη πίσω ρόδα που μεγάλωνε, κι αυτό του έδωσε την αίσθηση ότι το ποδήλατο ή-ταν ζωντανό γιατί μόνον ότι είναι ζωντανό αλλάζει.
Τελικά, το αγαπούσε αυτό το ποδήλατο κι ας μη γνώριζε ποιος του το έστειλε, από πού και γιατί. Αγαπούσε τη σεμνότητα και την ημεράδα του, το φιλικό του βλέμμα, την αξιοπρέπεια με την οποία τον φιλοξενούσε στη σέλα του, την ηρεμία με την οποία ταξίδευε, τη γρηγοράδα του, την ελαφράδα του, την ε-τοιμότητά του, την τέλεια γνώση που είχε για τους δρόμους και τα μονοπάτια που έπρεπε ν’ ακολουθήσουν. Αγαπούσε επίσης τη φρονιμάδα του, το ότι δεν γκρίνιαζε και δεν παραπονιόταν παρά αντίθετα ο ήχος του καλολαδωμένου μηχανισμού του έμοιαζε με χαρούμενο τραγούδι καθώς τίναζε σα φτερούγες τις ρόδες του ανάλογα με το τρέξιμο του ανέμου, του φωτός και των περιστά-σεων.
Είχε λοιπόν ακόμα ένα φίλο. Πιστό και σίγουρο όπως και η σκιά του και με τίποτα στον κόσμο δεν θα’ θελε να χάσει.
Καθώς τα μονοπάτια έσβηναν στο πέρασμά τους σαν τις υδάτινες γραμμές που αφήνουν πίσω τους τα πλοία ταξιδεύοντας, ο ουρανός έγερνε σαν κλαδί κάτω από το βάρος του Ήλιου που ωρίμαζε γρήγορα στη Δύση.
Μια ευχάριστη νυχτερινή δροσιά άρχισε να φυτρώνει από το έδαφος τυλίγοντας τον Ζωτρα, τη Σκιά και το Ποδήλατο με μια κουβέρτα νυσταλέα και ονειροπό-λα.
Η Νύχτα τους βρήκε να κοιμούνται κάτω από ένα δέντρο, ξαπλωμένους πάνω στην κούρασή τους, αγκαλιά με τα όνειρα που φέρνει ο Άνεμος. Στο ίδιο δέντρο τους βρήκε και η Αυγή.

Στη χώρα όπου τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη.

«Κύριοι, ας τo ξεκαθαρίσουμε:
Ο αστυνομικός δεν βρίσκεται εδώ για να δημιουργήσει αταξία.
Ο αστυνομικός βρίσκεται εδώ για να διατηρεί την αταξία».
Ρίτσαρντ Τ. Ντάνλευ

Ο Ζωτρα άνοιξε τα μάτια σχεδόν ταυτόχρονα με τη Σκιά του. Άπλωσε το χέρι του ν’ αγγίξει το ποδήλατο αλλά αυτό δεν ήταν στη θέση του. Πετάχτηκε όρθι-ος και άρχισε να ψάχνει δεξιά και αριστερά αλλά το ποδήλατο ήταν άφαντο..
Το τοπίο αμέριμνο δεν έδειχνε να κρύβει κάτι και ο Ήλιος κρυμμένος πίσω απ’ τα σύννεφα είχε μάλλον αδιάφορο ύφος. Ο Ζωτρα έψαξε αρκετή ώρα. Κοίταξε πίσω από τα δέντρα, τους θάμνους και τους βράχους. Έψαξε προσεκτικά για ίχνη ή άλλα σημάδια αλλά τίποτα. Το ποδήλατο είχε εξαφανιστεί! Κάποτε κά-θισε κουρασμένος σ’ ένα μικρό βράχο και είπε με απόγνωση μεγαλόφωνα:
- Να πάρει η ευχή! Είναι σα να άνοιξε η γη και να το κατάπιε……
- Όπως η φάλαινα άνοιξε το στόμα της και κατάπιε τον Ιωνά, τον Μινχάουζεν και τον Πινόκιο, συνέχισε μια βαριά ανδρική φωνή.
Ο Ζωτρα σήκωσε το κεφάλι του και είδε μια σκιά ξαπλωμένη στη ρίζα ενός δέντρου.
- Έτσι όπως ψάχνεις, συνέχισε η σκιά με τη βαριά φωνή, δεν πρόκειται να το βρεις ποτέ, όπως ο Αλόνσο Χέηγκεν δεν μπόρεσε να πιάσει τις 2231 πέστροφες παρόλο που προσπάθησε πολύ. Για να βρεις το ποδήλατό σου χρειάζεται σύ-στημα και σκέψη. Αλλιώς το πιο απλό μοιάζει δύσκολο μυστήριο, απ’ αυτά που ο κοινός νους του ανθρώπου δεν μπορεί να χωρέσει όπως ένα Φολκς-Βάγκεν δεν μπορεί να χωρέσει τέσσερις ελέφαντες.
- Δεν καταλαβαίνω, είπε απότομα ο Ζωτρα. Και δεν μου αρέσουν τα μυστήρια. Ούτε μου αρέσει να μιλάω με σκιές που δεν ξέρω από που προέρχονται.
- Δεν υπάρχουν μυστήρια, απάντησε η σκιά. Όλα είναι μυστήρια αν τ’ αφήσεις στην τύχη. Υπάρχουν μόνο σωστοί και λάθος συλλογισμοί. Αν σκεφτείς ότι όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά θα καταλάβεις αμέσως ότι όπου υπάρχει σκιά υπάρχει και κάποιος άνθρωπος.

Ο Ζωτρα σηκώθηκε όρθιος και πλησίασε στη σκιά στο δέντρο και τότε είδε έναν περίεργο άνθρωπο. Ήταν περίπου 40 χρονών. Φορούσε ένα στενό μαύρο παλτό με ουρά σαν χελιδονιού, μαύρο κοντό παντελόνι από κασμίρι, κίτρινες κάλτσες και κοντόχοντρα σκαρπίνια με φιόγκους. Ήταν αδύνατος σα σκιάχτρο, με μια μακριά γαμψή μύτη και μάτια σα μπιζέλια. Φορούσε ένα σκληρό μαύρο καπέλο με κίτρινη κορδέλα και τα μουστάκια του ήταν τόσο μεγάλα που δε φαινόταν σχεδόν τίποτα άλλο από το πρόσωπό του. Κάπνιζε πίπα.
΄΄Η πίπα΄΄, σκέφτηκε ο Ζωτρα, ΄΄δίνει πάντα στους άλλους την εντύπωση ανθρώ-που βαθυστόχαστου και σοβαρού ακόμα κι αν αυτός που την έχει είναι ένας ανό-ητος που δεν σκέφτεται τίποτα΄΄.
- Αυτό που έκανες ήταν μια σωστή κίνηση, είπε ο περίεργος άνθρωπος. Αλλά μια σωστή κίνηση δε προέρχεται απαραίτητα από κάποιο σωστό συλλογισμό. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα περιέργειας, σύμπτωσης ή και τύχης ακόμα. Αλ-λά και μια και το’ φερε η κουβέντα, μου φαίνεται ότι ψάχνεις το ποδήλατό σου μόνο που δε ξέρεις που είναι.
- Σωστά, απάντησε καχύποπτα ο Ζωτρα. Δεν ξέρω που είναι.
- Εμπρός λοιπόν, τον παρότρυνε ο περίεργος άνθρωπος μ’ ένα καλόκαρδο χαμόγελο γεμάτο χρυσά και ασημένια δόντια. Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει λίγο. Μπορείς ν’ αρχίσεις απ’ οπουδήποτε. Για παράδειγμα, αν το ποδήλατό σου ήταν άλογο θα μπορούσε να έχει φύγει για να βοσκήσει. Αν ήταν πουλί θα είχε πετάξει. Αν ήταν πάγος θα είχε λιώσει κι αν ήταν ο Αόρατος άνθρω-πος θα αρκούσε να βγάλει τα ρούχα του. Εκείνο όμως που έχει σημασία να σκεφτείς είναι ότι σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις θα υπήρχαν ί-χνη σαν τις πατημασιές που αφήνει ο ελέφαντας στο βούτυρο ή το γιέτι στα χιόνια. Το άλογο αφήνει απορρίμματα. Απ’ το πουλί πέφτουν φτερά. Ο πά-γος όταν λιώνει γίνεται νερό και ο Αόρατος άνθρωπος όταν ξεντύνεται αφή-νει μία στοίβα με ρούχα. Όλα πρέπει να τα εξετάζεις και τίποτα να μην αφή-νεις στην τύχη.
- Νομίζω ότι με κοροϊδεύεις, είπε θυμωμένα ο Ζωτρα. Το ποδήλατό μου δεν εί-ναι άλογο, ούτε πουλί, ούτε ελέφαντας, ούτε πάγος, ούτε Αόρατος άνθρωπος. Είναι το πιο σπάνιο και το πιο γλυκό ποδήλατο και δεν μοιάζει με κανένα άλ-λο ποδήλατο.
- Δε σε κοροϊδεύω καθόλου, είπε ο περίεργος άνθρωπος και φύσηξε τούφες κα-πνού έτσι που θα νόμιζε κανείς ότι τα μουστάκια του πήραν φωτιά. Όλα αυτά σου τα είπα για να καταλήξω στο γνωστό λογικό συμπέρασμα ότι ο μόνος τρόπος για να χαθεί κάτι είναι ή να χαθεί μόνο του ή να το κλέψουν. Πως εί-ναι οι σχέσεις σου με το ποδήλατο τελευταία; ρώτησε τον Ζωτρα.
- Οι σχέσεις μου με το ποδήλατο ήταν και είναι πολύ καλύτερες από τις σχέσεις που μπορεί να έχει κανείς μ’ ένα άλλο οποιοδήποτε ποδήλατο, απάντησε με ορμή ο Ζωτρα. Αγαπιόμαστε πολύ και δεν έχουμε μαλώσει ποτέ. Άλλωστε ο μόνος λόγος για τον οποίο ταξιδεύω είναι αυτό το ποδήλατο. Ήρθε και με πήρε από το σπίτι μου. Μαζί ήρθαμε εδώ και μαζί θα πάμε μέχρι τον Ήλιο.
- Μάλιστα, είπε ο 40άρης κύριος κι έστειλε στο Ζωτρα ένα βλέμμα γεμάτο βα-θυστόχαστη σκέψη και καπνούς απ’ την πίπα του. Δεν αμφιβάλλω καθόλου γι’ αυτά που λες, όπως δεν αμφιβάλλω καθόλου για το ότι η γη είναι στρογγυ-λή και για το ότι ο κύκλος δεν τετραγωνίζεται. Αλλά για να συνεχίσεις το τα-ξίδι σου, νεαρέ μου, χρειάζεται να βρούμε το ποδήλατο κι απ’ ότι φαίνεται εγώ είμαι ο πιο κατάλληλος για να σε βοηθήσω σ’ αυτό.
- Και ποιος το λέει αυτό; ρώτησε ειρωνικά ο Ζωτρα.
- Εγώ το λέω, νεαρέ μου. Γιατί όταν χάσεις κάτι φωνάζεις την αστυνομία να σου το βρει κι εγώ είμαι ο πιο διάσημος αστυνόμος που γεννήθηκε και θα γεν-νηθεί ποτέ σ’ αυτήν τη στρογγυλή γη.
- Μα εγώ δε σας φώναξα ακόμα! είπε ο Ζωτρα.
- Ακριβώς, είπε ο αστυνόμος. Δε με φώναξες αλλά εγώ είμαι εδώ έτοιμος να σε βοηθήσω κι αυτό είναι ένα ακόμα γεγονός που επιβεβαιώνει πόσο καλός είμαι στη δουλειά μου, μια που σύμφωνα με το νόμο των πιθανοτήτων θα μπορού-σες και να μην με φωνάξεις καθόλου. Δεν αφήνω τίποτα στην τύχη εγώ!
- Αν και η μετριοφροσύνη σας είναι πιο ψηλή κι από τον πύργο του Άιφελ, πα-ραλείψατε να μου πείτε τ’ όνομά σας; είπε με ειρωνεία ο Ζωτρα.
- Επειδή όπως πολύ καλά κατάλαβες είμαι μετριόφρων και θα προτιμούσα να σ’ αφήσω να το μαντέψεις μόνος σου. Και για να σε διευκολύνω θα επαναλά-βω αυτό που είπα και προηγούμενα, ότι είμαι δηλ. ο καλύτερος και ο πιο γνωστός αστυνόμος που υπάρχει στον κόσμο. Τουλάχιστον σ΄ αυτόν τον κό-σμο που υπάρχει σ’ αυτή την γωνία του Σύμπαντος . Μπορώ να ξεχωρίσω τον κλέφτη από χίλια μέτρα μακριά ότι κι αν είναι: άνθρωπος ή ζώο, πουλί ή ψά-ρι. Αν και για να λέμε την αλήθεια δε χρειάζεται να κουράζομαι και πολύ γιατί ο κακοποιός πάντοτε επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος κι εγώ τότε τον συλλαμβάνω. Είμαι πιο γνωστός και από τον πύργο του Άιφελ, όπως εί-πες, πιο γνωστός κι απ’ την Ακρόπολη, από τον Πύργο της Πίζας, από τους Μπητλς και από την Κόκα-Κόλα ακόμα, είπε αυτάρεσκα ο Αστυνόμος.
΄΄Έχει όρεξη για παιχνίδια΄΄, σκέφτηκε ο Ζωτρα, ΄΄αλλά αν είναι να μου βρει το ποδήλατό μου… Γι’ αυτό θα του αραδιάσω έναν κατάλογο ονομάτων, όσα μου’ ρχονται πρόχειρα στο μυαλό τούτη την ώρα΄΄.
- Σε λένε Σέρλοκ Χολμς, του είπε μεγαλόφωνα.
- Όχι βέβαια , διαμαρτυρήθηκε ο αστυνόμος. Είναι γνωστός αυτός ο κύριος από την διαλεύκανση μερικών και μόνο μυστηρίων αλλά όπως πρέπει να ξέρεις, δεν κατάφερε να λύσει το μυστήριο της Κούφιας Βελόνας. Άρα δεν είμαι ο Σέρλοκ Χολμς.
- Τότε είσαι η Μις Μαρπλ!
- Θα αστειεύεσαι βέβαια! Αυτή είναι γυναίκα και μάλιστα γριά.
- Είσαι ο Φίλιπ Μάρλοου!
- Μα αυτός είναι Αμερικάνος. Eνώ εγώ είμαι Γερμανός.
- Τότε είσαι ο Ηρακλής Πουαρό.
- Ο στριμμένος Βέλγος, εννοείς. Όχι βέβαια!
- Είσαι ο πατήρ Μπράουν!
- Μα αυτός είναι παπάς.
- Είσαι ο Φιξ!
- Αυτός ο βλάκας που κυνηγούσε τον Φιλέα Φογκ γύρω απ’ τον κόσμο ενώ ο κλέφτης τριγύριζε ελεύθερος. Δεν είμαστε καλά!
- Είσαι ο Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ.
- Μα αυτός είναι καλόγερος.
- Ο αστυνόμος Πασάουφ!
- Ούτε που τον έχω ακουστά παρόλο που φαίνεται να είναι συμπατριώτης μου.
- Είσαι ο Δον Ισίδωρο Παρόδι.
- Στον κουρέα αναφέρεσαι. Αυτός έλυσε μερικά μυστήρια αλλά μέσα απ’ τη φυλακή. Εγώ δεν έχω πάει ποτέ φυλακή.
- Τότε είσαι ο Μπωτρελλέ ή μήπως ο Τεν-Τεν;
- Λάθος. Και οι δύο είναι παιδιά και δημοσιογράφοι.
- Μήπως είσαι ο Αστυνόμος Μαιγκρέ;
- Όχι. Αυτός είναι χοντρός, γέρος και Γάλλος.
- Μήπως είσαι ο Άνταμ Νταλγκίς;
- Αυτός είναι και άρρωστος και Άγγλος.
- Τότε μπορεί να είσαι ο Πήτερ Μπροκ…
- Αυτός είχε αμνησία.
- … ή ο Τζέιμς Μποντ…
- Αυτός ήταν κατάσκοπος.
- Ο Μακ Κρούσκιν;
- Τον ξέρω αυτόν. Είναι Ιρλανδός. Ο επονομαζόμενος τρίτος αστυνόμος. Μα και βέβαια δεν είμαι ο Μακ Κρούσκιν.
- Ο Δικαστής Τι.
- Είναι Κινέζος.
- Τότε είσαι ο Σαμ Σπέιντ ή ο Γουόλτερ Νας ή ο Μάικ Χάμερ ή ο Ρικ Ντεκάρντ ή ο Πωλ Ντρέηκ ή ο Λεμυ Κωσιον ή ο Άγιος ή ο Σαϊνης ή ο Κλουζω ή… δεν νομίζω ότι ξέρω άλλους, είπε ξεφυσώντας ο Ζωτρα.
- Μου φαίνεται ότι χάνουμε άδικα την ώρα μας, είπε θυμωμένος ο Αστυνόμος., και η ώρα είναι πολύτιμη αν σκεφτούμε ότι ο κλέφτης όση ώρα δεν μπορείς να βρεις το όνομα μου απομακρύνεται. Όσο για σένα νεαρέ δεν ξέρεις τι σου γί-νεται, αν και μεταξύ μας βλέπεις πολύ τηλεόραση, αλλιώς που στην ευχή έμα-θες τόσα άχρηστα ονόματα. Εγώ είμαι ο Γουστάυος ο Μυστηριοφάγος με τ’ όνομα! Κι αυτό γιατί δεν αφήνω τίποτα στην τύχη.
- Αχ, ωραία! είπε ο Ζωτρα με ανακούφιση. Επειδή έχω μάθει να είμαι ευγενι-κός με τους ηλικιωμένους ανθρώπους, θα ήθελα να σας ρωτήσω: Και τώρα κύριε Γουστάυε τι κάνουμε; Θα μου βρεις το ποδήλατο;
Ο Γουστάυος σάλιωσε λίγο το δάκτυλό του στην άκρη και το σήκωσε ψηλά. Κατόπιν τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά από την πίπα του κι άφησε τον καπνό να βγει από τη μύτη του σα να’ ταν δράκος.
- Νομίζω, είπε αργά, ότι θα είναι το πιο εύκολο μυστήριο που έλυσα ποτέ. Πρόσεξε τους συλλογισμούς μου. Δεν αφήνω τίποτα στην τύχη εγώ. Ε, λοιπόν, ας αρ-χίσουμε από τις ρόδες.
Σταμάτησε, τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά καπνό, μόνο που αυτή τη φορά τον έβγαλε απ’ τ’ αυτιά του και συνέχισε σα δάσκαλος που ξεχειλίζει από κατανόηση και υπομονή.
- Οι ρόδες είναι στρογγυλές. Ο ήλιος είναι στρογγυλός. Ο ήλιος είναι ψηλά. Άρα οι ρόδες πρέπει να’ ναι κάπου ψηλά.
Ακούμπησε την πίπα του στο χορτάρι. Σκαρφάλωσε στο δέντρο κάτω από το οποίο κουβεντιάζανε και κατέβασε δύο ρόδες.
- Μα αυτές είναι οι ρόδες του ποδηλάτου μου! φώναξε ο Ζωτρα.
- Και βέβαια είναι οι ρόδες του ποδηλάτου σου, απάντησε ο Γουσταυος. Αυτό δε ψάχνουμε να βρούμε; Έχει κι άλλα πράγματα πάνω στο δέντρο αλλά εγώ κατέβασα μόνο τις ρόδες για να μη ξεφεύγουμε από την έρευνά μας.
Ο Ζωτρα κούνησε με απορία το κεφάλι του χωρίς να πει τίποτα.
- Και τώρα, είπε ο Γουσταυος, θα ψάξουμε για τον σκελετό. Όταν ένα ζώο πε-θάνει από δίψα, που βρίσκουμε το σκελετό του;
- Στην έρημο, απάντησε ο Ζωτρα.
- Ε, λοιπόν ο σκελετός του ποδηλάτου σου πρέπει να είναι στην έρημο, είπε ο Γουσταυος. Περίμενέ
 με εδώ.
Έφυγε τρέχοντας και ύστερα από μισή περίπου ώρα γύρισε πίσω, σκονισμένος και ιδρωμένος, κουβαλώντας το σκελετό του ποδηλάτου.
- Τον βρήκα! φώναξε θριαμβευτικά. Η εξυπνάδα έχει σαν ανταμοιβή τον ίδιο της τον εαυτό και η επιτυχία είναι η ανύπαντρη μητέρα της εφευρετικότητας. Είδες πόσο εύκολο ήταν; Και τώρα τι μένει να βρούμε; ρώτησε τον Ζωτρα.
- Το τιμόνι, τα πετάλια, το φανάρι, τη σέλα και την τρόμπα, απάντησε ανυπό-μονα αυτός.
- Θαύμα - θαύμα, είπε ευχαριστημένος ο Γουσταυος και έτριψε την πίπα του με τα δυο του χέρια.
- Ας ψάξουμε πρώτα για το τιμόνι και τα πετάλια. Όπου βρίσκονται τα χέρια μου βρίσκονται και τα πόδια μου, άρα όπου βρίσκεται το τιμόνι βρίσκονται και τα πετάλια και τα ανάποδο, είπε με στόμφο.
Πήγε λοιπόν πίσω από ένα βράχο και γύρισε με τα πετάλια και το τιμόνι.
- Ωραία, είπε ο Ζωτρα. Αλλά πως ήξερες ότι βρίσκονται πίσω απ’ το βράχο;

- Πολύ εύκολο, απάντησε ο Γουσταυος. Σύμφωνα με μια εξ΄ αποκλεισμού μέ-θοδο που λέει ότι εφόσον δεν ήταν ούτε στο δέντρο ούτε στην έρημο, θα πρέ-πει να είναι στο βράχο. Δεν αφήνω τίποτα στην τύχη εγώ.
- Αν και δεν έχω ακουστά αυτή τη μέθοδο, είπε ο Ζωτρα, υπάρχει κάτι που δεν καταλαβαίνω. Πριν από λίγο κοίταξα κι εγώ πίσω από το βράχο αλλά δεν υπήρχε τίποτα.
- Σωστά, αποκρίθηκε ο Γουσταυος. Κοίταξες πίσω από το βράχο αλλά δεν κοί-ταξες κάτω από το βράχο.
- Α!, είπε ο Ζωτρα. Και η σέλα; Που βρίσκεται η σέλα;
- Σέλα, μασέλα, κασέλα, γαζέλα, είπε ο Γουσταυος. Η σέλα βρίσκεται σ’ αυτόν τον θάμνο.
Και βούτηξε στον θάμνο όπως οι κλεφτοκοτάδες βουτάνε για να πιάσουν τα κο-τόπουλα. Σε δυο λεπτά ξαναβγήκε με τη σέλα.
- Μα κι εγώ, είπε έκπληκτος ο Ζωτρα, κοίταξα μέσα σ’ αυτόν τον θάμνο αλλά δεν υπήρχε η σέλα.
- Φυσικά και δεν υπήρχε, απάντησε ο Γουσταυος. Ο κλέφτης την έκρυψε μετά.
- Και το φανάρι; ρώτησε πάλι ο Ζωτρά.
- Το φανάρι βρίσκεται κρυμμένο σ’ ένα σημείο που δεν έψαξες ποτέ.
Έβαλε το χέρι του στη μέσα τσέπη του πανωφοριού του και έβγαλε το φανάρι.
- Στην τσέπη αυτή βάζουμε συνήθως τα γυαλιά μας, εξήγησε ο Γουσταυος. Τα γυαλιά τα χρησιμοποιούμε για να βλέπουμε καλύτερα. Το φανάρι του ποδη-λάτου το χρησιμοποιούμε για να βλέπουμε καλύτερα. Άρα κάποιος το έβαλε κατά λάθος στην τσέπη που βάζουμε τα γυαλιά κι επειδή εγώ δε φοράω γυα-λιά αλλά η τσέπη μου ήταν γεμάτη, κατάλαβα αμέσως ότι το φανάρι δεν μπο-ρεί παρά να βρίσκεται εκεί. Τίποτα να μην αφήνεις στην τύχη.
- Καταπληκτικό, είπε ο Ζωτρα. Μένω με ανοιχτό το στόμα μπροστά στις απί-στευτες ικανότητές σου αν και δεν κατάλαβα ούτε τους συλλογισμούς σου ού-τε τη μέθοδο που ακολουθείς. Αλλά νομίζω ότι μια και βρήκαμε το ποδήλατο δεν μένει παρά να βρούμε τον κλέφτη.
- Να βρούμε τον κλέφτη! φώναξε ενθουσιασμένος ο Γουσταυος. Ε, λοιπόν, αυ-τό είναι το πιο εύκολο. Έχω συλλάβει τόσους κλέφτες σ’ αυτήν τη χώρα ώστε δεν έμεινε κανείς.
- Και τότε ποιος έκλεψε το ποδήλατό μου; ρώτησε ο Ζωτρα.
- Δεν έχουμε παρά να περιμένουμε, είπε ο Γουσταυος. Γιατί, όπως είπα και πριν, ο κακοποιός γυρίζει πάντοτε στον τόπο του εγκλήματος.
- Θα περιμένουμε πολύ; ρώτησε πάλι ο Ζωτρα.
- Ο καλύτερος τρόπος για να λύσεις ένα μυστήριο, όσο δύσκολο κι αν είναι, εί-ναι να το δημιουργείς εσύ, είπε βαθυστόχαστα ο Γουσταυος. Να μην αφήνεις ποτέ τα πράγματα στην τύχη. Ο κλέφτης δεν έφυγε ποτέ. Ήταν πάντα εδώ.
- Δηλαδή; είπε ο Ζωτρα. Μη μου πεις ότι ο κλέφτης είσαι συ;
- Μα και βέβαια είμαι εγώ! είπε με περηφάνια ο Γουσταυος. Είδες με πόση επι-δεξιότητα έλυσα αυτό το δύσκολο μυστήριο; Δεν αφήνω τίποτα στην τύχη ε-γώ, κι άρχισε να γελάει δυνατά ευχαριστημένος.
- Α! Ώστε γι’ αυτό το ποδήλατό μου χάθηκε χωρίς ν’ αφήσει ίχνη, είπε ο Ζωτρα κι αμέσως σκέφτηκε:΄΄Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να’ ναι τρελός΄΄.
- Θα σκέφτεσαι σίγουρα ότι πρέπει να’ μαι τρελός, είπε ο Γουσταυος. Κάθε άλ-λο, αγαπητέ μου. Ένας κλέφτης μπορεί να γίνει ο καλύτερος αστυνόμος γιατί ξέρει όλα τα κόλπα που χρησιμοποιούνε οι κλέφτες κι ένας αστυνόμος γίνεται κλέφτης, για να μπορέσει να μάθει αυτά τα κόλπα και να πιάνει πιο εύκολα τους κλέφτες. Ύστερα στη χώρα μου δεν υπάρχουν πια κλέφτες κι εγώ είμαι αστυνόμος και είναι η μόνη δουλειά που ξέρω να κάνω: να πιάνω κλέφτες. Όσο για τους άλλους ντετέκτιβ προηγουμένως ξέχασες να αναφέρεις τους Στάρσκι και Χατς, τον Κάνον και τον Κότζακ. Και τώρα με συγχωρείς αλλά πρέπει να με πάω φυλακή, είπε ο Γουσταυος και τραβώντας τον εαυτό του απ’ το γιακά άρχισε να τον σέρνει στην ανηφόρα.
- Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία και σ’ ευχαριστώ που μου βρήκες το ποδήλα-το, φώναξε ο Ζωτρα και δίχως άλλη κουβέντα συναρμολόγησε γρήγορα το ποδήλατό του και βιάστηκε ν’ απομακρυνθεί από τον Γουστάυο που ήταν και αστυνόμος και κλέφτης μαζί.
- Και να μην ξεχνάς ποτέ νεαρέ μου, του φώναζε από μακριά ο Γουσταυος, ότι η ζωή είναι μια αλληλουχία απρόσμενων και ανεξήγητων γεγονότων που πάνε κι έρχονται και τα κάνουν όλα μαντάρα.
΄΄Τουλάχιστον δεν είναι επικίνδυνος΄΄ σκεφτόταν στο δρόμο ο Ζωτρα.
Επρόκειτο για σωστή σκέψη, γιατί στα ταξίδια για χώρες άγνωστες τυχαίνει ο τα-ξιδιώτης να πέσει στα χέρια ανθρώπων που δεν είναι αυτό που θα’ πρεπε να είναι, αλλά πρόσωπα κακά και επικίνδυνα όπως ο Προκρούστης ο ληστής που συνά-ντησε ο Θησέας, η κακιά μάγισσα Κίρκη που συνάντησε ο Οδυσσέας, ο μεγάλος κακός λύκος που γκρέμιζε τα σπίτια των τριών γουρουνιών κι έφαγε τη γιαγιά της κοκκινοσκουφίτσας, ο αιμοβόρος Δράκος που ήθελε να φάει τον κοντορεβι-θούλη και τ’ αδέλφια του, ο Πανούργος Ιωάννης ο πρώτος και χειρότερος, που ήθελε να σκοτώσει τον Ρομπέν των Δασών και να πάρει τον θρόνο του αδελφού του του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, ο παμπόνηρος και ύπουλος Ραινέκε Φοξ, η αλεπού που εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη των φίλων της για να γίνει δικτά-τορας, ο Μαύρος Πητ ο ληστής, η κακιά μητριά της Χιονάτης, η τρελή Μαντάμ Μιμ, ο κακός αμαξάς που έκλεψε τον Πινόκιο, το τεράστιο παλαμάρι που επιτέ-θηκε στον Ναυτίλο, το υποβρύχιο του κάπταιν Νέμο, ο Μίστερ Νταρκ και τόσοι άλλοι ατέλειωτοι, αν τους βάλουμε στη σειρά. Αλλά εμείς δε γράφουμε ένα βιβλίο για κακούς και, παρόλο που το καλό στη μάχη ενάντια στο κακό βγαίνει πάντα νικητής, οι κακοί υπάρχουν και τα ταξίδια αποκτούν μυστήριο όπως και του αυ-γού το από μέσα.

Η νύχτα τρύπωνε στα μάτια του Ζωτρα, σβήνοντας τα χρώματα απ’ τα πράγματα και κάνοντας τους ήχους να ψηλώνουν μαζί με το σκοτάδι και τις σκιές. Για μια ακόμη φορά ο Ζωτρα και το ποδήλατο χάθηκαν στο βασίλειο του ύπνου, αλλά ο ύπνος του Ζωτρα δεν ήταν καθόλου ήσυχος, έβλεπε στ΄ όνειρο του τον Γουστάυο να τραγουδάει.

Το τραγούδι του Γουστάυου

Είμαι του κακού εχθρός, της τάξης φύλακας φανατικός,
κι όλοι μου φωνάζουν μείνε.
Γουστάυος τ’ όνομά μου είναι.

Εγώ ποτέ δεν ρίχνω ζάρια
για να εντοπίσω χνάρια,
και δεν κάνω ασκήσεις ύφους
για να ξεμπερδέψω γρίφους.

Δεν αφήνομαι στην τύχη.
Διακρίνω όλα τα ίχνη.
Η όρθια λογική μου δείχνει,
τη λύση μέσα στην ομίχλη.

Στο έγκλημα είμαι τιμωρός,
αστυνόμος ξακουστός,
κι όλοι μου φωνάζουν μείνε.
Γουσταύος τ’ όνομά μου είναι.

Τη φαντασία ξεδιπλώνω,
τα σχέδια μου καταστρώνω
τα μυστήρια ξεδιαλύνω
και το κακό απ’το κόσμο σβήνω

Είμαι κλέφτης κι αστυνόμος,
είμαι όλα και δρω μόνος.
Γι’ αυτό μου φωνάζω μείνε.
Γουσταύος τ’ όνομά μου είναι.

Ρεφρέν:
Κι αν η τύχη, τύχη δεν έχει.
κλάψτε εκείνον που την έχει.

ΤΑΞΙΔΙ V

΄΄Γνωρίζεις τις άπειρες πτυχές του σύμπαντος
και τα ανοιχτά συστήματα των αιτημάτων;
Με την έννοια πως όλα είναι δυνατά,
κι εννοώ όλα, και όλα έχουν συμβεί. όλα.΄΄
Χεϊνλαϊν

Όταν ο ήλιος έχει τις κακές του, γιατί συμβαίνει καμιά φορά να ξυπνάει κακόκεφος το πρωί, ιδίως όταν τα όνειρά του είναι άσχημα, τότε συνήθως βρέχει. Κι όσο πιο κακόκεφος είναι τόσο πιο πολύ βρέχει, τόσο πιο δύσκολα γίνονται τα ταξίδια, ειδικότερα όταν κανείς ταξιδεύει με ποδήλατο όπως ο Ζωτρά. Ακόμα κι αν φορέσει αδιάβροχο, το νερό της βροχής μπαίνει στα μάτια του και η ορατότητα είναι πολύ κακή. Οι δρόμοι λασπώνουν και οι ρόδες γλιστρούν και υπάρχει κίνδυνος να πέσει σε κάποιο λάκκο με νερά. Υπάρχει ακόμα και η πιθανότητα να τον χτυπήσει κεραυνός κι αν βραχεί πολύ μετά μπορεί να κρυώσει. Για όλους αυτούς τους λόγους, που δεν είναι όλοι, ο Ζωτρα σταμάτησε το ταξίδι του και κρύφτηκε κάτω από την εσοχή ενός βράχου περιμένοντας να σταματήσει η βροχή και να καθαρίσει η ατμόσφαιρα.
Τότε ήταν που άρχισαν να σταλάζουν στο μυαλό του διάφορες σκέψεις όπως οι στάλες της βροχής. Σκέψεις ύπουλες, ντυμένες με το ρούχο της φρόνησης, που δεν ταιριάζει σε παιδιά μιας τέτοιας ηλικίας, ούτε σε ριψοκίνδυνους ταξιδιώτες. Σκέψεις που προσπαθούσαν να σπάσουν το βράχο της επιθυμίας του να ταξι-δέψει στον Ήλιο όπως το νερό διαλύει το χώμα, λιώνει τις πέτρες και διαβρώνει τις ρίζες των δέντρων, όσο βαθιά κι αν είναι χωμένες. Σκεφτόταν μήπως είναι μια τρέλα αυτό το ταξίδι, μήπως προσπαθεί να πραγματοποιήσει το απραγμα-τοποίητο. Γιατί απ’ όσα είχε ακούσει και διαβάσει μέχρι τώρα, πολλοί ήταν αυ-τοί που έφτασαν στη Σελήνη αλλά κανείς στον ‘Ήλιο.
Ο Βαρόνος Μιγχάουζεν έφτασε μάλιστα δυο φορές. Τη μία σκαρφαλώνοντας πάνω σε μια φασολιά και την άλλη μ’ ένα καράβι που το σήκωσε ψηλά ένας τε-ράστιος κυκλώνας. Εκτός κι αν λέει ψέματα. Πάντως ο Χανς Πφάαλ έφτασε σί-γουρα στη Σελήνη μ’ ένα αερόστατο, ο Σιρανό ντε Μπερζεράκ με μια μηχανή που έφτιαξε μόνος του, ο Προφήτης Ηλίας με μια ηλεκτρομαγνητική άμαξα, ο Ενώχ άφησε να τον παρασύρει ο καπνός που ανεβαίνει προς τα πάνω και η Αχάμπ, η κόρη του Νώε, με την κιβωτό που ανέβασαν μέχρι εκεί ψηλά τα νερά του κατακλυσμού.
Λέγεται ότι και ο Μικρός Πρίγκιπας επισκέφθηκε τη Σελήνη και ότι εκεί είναι το σπίτι του Αϊ-Βασίλη, ότι αυτός ήταν ο πλανήτης με τα χριστουγεννιάτικα δέντρα που επισκέφτηκε ο κυβερνήτης Πάουλους με το ιπτάμενο αλογάκι του τα περασμένα Χριστούγεννα.
Ακόμα πρέπει να προσθέσουμε ότι η Κολομβιάδα, το μεγαλύτερο κανόνι στην ιστορία της ανθρωπότητας, ήταν έτοιμο να εκτοξεύσει στη Σελήνη, από την πόλη Τάμπα της Καλιφόρνιας, μέσα σε μία κωνική σφαίρα, τους τρεις θαρραλέους άντρες, τον Γάλλο Αρτάν, τον πλοίαρχο Νικόλ και τον πρόεδρο Μπαρμπικαίην.
Ενώ στον Ήλιο, ο μόνος που προσπάθησε να φτάσει ήταν ο Ίκαρος αλλ’ από τη ζέστη έλιωσαν τα φτερά του και πνίγηκε στη θάλασσα.
Κι ενώ οι μαύρες αυτές σκέψεις άρχισαν να θολώνουν τον ορίζοντα της επιθυ-μίας του Ζωτρα, τα σύννεφα άρχισαν να διαλύονται και ο Ήλιος ξεθυμασμένος πια απ’ το θυμό του, άφησε τις αχτίνες του να κυλιστούν στην πρασινάδα των αγρών, να παίξουν κρυφτό μες τα φυλλώματα των δέντρων και να κάνουν βου-τιές στις λιμνούλες που έφτιαξε η βροχή.
Η ατμόσφαιρα καθάρισε σιγά-σιγά και πέρα στο βάθος, όχι πολύ μακριά, φάνηκαν οι επάλξεις και ο τρούλος ενός πανύψηλου παλατιού φτιαγμένου από άσπρη πέτρα και χαλκό που γυάλιζε σαν καθρέφτης.
Ο Ζωτρα ανέβαλε τις σκέψεις για άλλη φορά σύμφωνα με το γνωμικό που λέει ότι ΄΄αν δεν μπορείς να βρεις τη λύση για το πρόβλημα, άστο στην άκρη και ξανασκέψου το αργότερα΄΄. Πεινασμένος καθώς ήταν ,ανέβηκε στο ποδήλατο και τράβηξε προς το παλάτι, ενώ η αμφιβολία κούρνιαζε σιωπηλά σαν μαύρη νυχτερίδα στον ώμο του.

Στη χώρα της Αοριστίας

΄΄Ιδού έρχεται μετά των νεφελών
και όψεται αυτόν πας οφθαλμός.΄΄
Ευαγγελιστής Ιωάννης
Αποκάλυψη α΄, 7.

Η χώρα της Αοριστίας, είναι εκεί που βασιλεύει το χάος και οι αιτίες μένουν αναπάντητες. Εκεί, λοιπόν, ζούσε ένας απλός και ειρηνικός λαός με μόνο ίσως ελάττωμα ένα βασιλιά που έβαζε σκληρούς φόρους και οι στρατιώτες του άρπα-ζαν ότι πιο καλό υπήρχε στη χώρα φωνάζοντας: ΄΄για το παλάτι και το βασι-λιά΄΄, ώστε να επιβεβαιώνεται πάντα το αξίωμα ότι ο βασιλιάς για να είναι ευ-τυχισμένος πρέπει να έχει όλα τα αγαθά στο παλάτι του, ενώ οι άλλοι μπορούν να ζουν όπως - όπως, μια και η αδυσώπητη μοίρα τους έταξε να μη βασιλεύουν ποτέ και πουθενά παρά μονάχα στη μιζέρια τους και στη σκληρή κι απάνθρωπη δουλειά.
Όταν έφτασε ο Ζωτρα, οι άνθρωποι που ζούσαν γύρω απ’ το παλάτι, μόλις εί-αν τελειώσει τις δουλειές τους και κατάκοποι ετοιμάζονταν να φάνε. Φιλόξε-νοι όπως ήταν, αφού η φτώχεια και η φιλοξενία είναι αδελφές, τον καλωσόρι-σαν και του πρόσφεραν να φάει και να πιει. Γύρω λοιπόν απ’ τη φωτιά που ζέσταινε τα κουρασμένα κορμιά και στέγνωνε τον ιδρώτα του μόχθου τους, οι άνθρωποι έλεγαν ιστορίες, μα η πιο ωραία απ’ όλες ήταν του μαθητευόμενου Λυράρη.

Σ’ αυτή τη χώρα πριν χρόνια πολλά ζούσε ένας μαθητευόμενος Λυράρης που αγαπούσε τη μουσική, μα τα τραγούδια του ήταν άσχημα και κακόηχα. Είχε όμως μεγάλο πείσμα κι υπομονή, γι’ αυτό καθόταν με τις ώρες στο δάσος, άκου-γε το κελάηδισμα των πουλιών και μελετούσε τις νότες και τους τρόπους που οι νότες δένονταν μεταξύ τους σε αρμονία.
Πιο πολύ απ’ όλα τα πουλιά του άρεσε ν’ ακούει τ’ αηδόνια, ώσπου μια μέρα αιχμαλώτισε ένα και το έβαλε σ’ ένα κλουβί να το’ χει πάντοτε κοντά του και να το ακούει. Του έφερνε τα καλύτερα φαγητά και το κλουβί το ακούμπησε κοντά στο τζάκι που είχε ζέστη. Το αηδόνι τραγουδούσε μα όσο περνούσαν οι μέρες τραγουδούσε και λιγότερο, ώσπου στο τέλος όχι μόνο σταμάτησε να τραγουδάει αλλά ούτε το φαγητό του δεν άγγιζε καλά - καλά.
Ο μαθητευόμενος Λυράρης δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε αλλά δεν τον πολύ-ένοιαζε κιόλας, γιατί στο μεταξύ άρχισε να γράφει ωραία τραγούδια. Έτσι, όταν αισθάνθηκε αρκετά σίγουρος για τις μουσικές του ικανότητες, απο-φάσισε να ταξιδέψει στη χώρα και να τραγουδάει και ξέχασε όλως διόλου το καημένο αηδόνι στο κλουβί του. Σ’ όποιο μέρος εμφανιζόταν και έπαιζε τη λύρα του ο Λυράρης, οι άνθρωποι και η φύση μαγεύονταν όπως το μέλι γλυκαίνει τις αισθήσεις μας. Τα λουλούδια άνοιγαν τα πέταλά τους σα να ήταν άνοιξη και τα πουλιά χαμήλωναν σιωπηλά.
Ο Ήλιος σταματούσε το δρόμο του και η Σελήνη όλο γκρίνιαζε που δεν την ά-φηνε ο Ήλιος να ανατείλει και ν’ ακούσει.
Μετά από λίγο καιρό όλοι μιλούσαν γι’ αυτόν και τα τραγούδια του κι έτσι από στόμα σε στόμα - γιατί τότε δεν υπήρχαν εφημερίδες, τηλέφωνα, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις - το γεγονός έφτασε μέχρι τ’ αυτιά του Βασιλιά. Αμέσως αυτός έ-στειλε στρατιώτες να ψάξουν να τον βρουν και να τον φέρουν στο παλάτι.
Τον υποδέχτηκε με τιμές και του προσέφερε όλα τ’ αγαθά όπως αρμόζει σ’ ένα μεγάλο μουσικό, μα τον διέταξε να παίζει τη λύρα του και να τραγουδάει μόνο γι’ αυτόν. Έτσι κάθε μέρα ο μαθητευόμενος Λυράρης, που δεν ήταν πια μαθη-τευόμενος, έπαιζε την εξαίσια μουσική του για το Βασιλιά στη μεγάλη αίθουσα του θρόνου κι ήταν υπερήφανος γι’ αυτό.
Ο Βασιλιάς κάθε φορά ευχαριστημένος, δεν παρέλειπε να του πει και κάποιες κολακείες. Τη μια, του έλεγε πως ήταν καλύτερος κι απ’ τον Ορφέα που μάγευε τα ζώα με τη λύρα του. Την άλλη, πως ήταν καλύτερος κι απ’ τον Πάνα, τον γιο του Ερμή που έφερνε την άνοιξη με το σουραύλι του. Άλλοτε πάλι του’ λεγε πως ήταν καλύτερος κι απ’ τον Μουσαίο, τον γιο της Σελήνης, που θεράπευε τις ανθρώπινες ασθένειες με τη λύρα του ή απ’ τον Λίνο, τον γιο του Απόλλωνα που ήταν και δάσκαλος του Ηρακλή.
Ο καιρός όμως περνούσε κι ο Λυράρης άρχισε να μη νιώθει και πολύ καλά. Παρόλα τ’ αγαθά, τα πλούτη και τις κολακείες που ο Βασιλιάς του προσέφερε αφειδώς, δεν του επέτρεπε να πάει όπου θέλει και κυρίως να βγει απ’ το παλάτι για να επισκεφθεί το δάσος ν’ ακούσει τα πουλιά.
Η μεγαλοπρεπής αίθουσα του βασιλικού θρόνου, παρ’ όλες τις ανέσεις της, έγι-νε φυλακή γι’ αυτόν, όπως το κλουβί για το αηδόνι του. Άρχισε σιγά - σιγά να χάνει την ικανότητά του να γράφει και να παίζει ωραία μουσική, ώσπου στο τέ-λος όχι μόνο δεν τραγουδούσε αλλά ούτε το φαγητό του δεν άγγιζε καλά - κα-λά. Ο Βασιλιάς στην αρχή έδειχνε κατανόηση και υπομονή, αλλά όταν τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο κι ο Λυράρης δεν είχε τίποτε καινούργιο να παρουσιάσει πια, τον πέταξε με τις κλωτσιές απ’ το παλάτι του, αφού τον πρόσβαλε λέγοντάς του ότι είναι ο χειρότερος μουσικός του βασιλείου του, χει-ρότερος κι απ’ τον Γαλάτη Κακοφωνίξ.
Ο Λυράρης ταπεινωμένος γύρισε σπίτι του νομίζοντας ότι δεν μπορούσε πια να γράψει μουσική. Για να ζήσει όμως άρχισε να δουλεύει στα χωράφια όπου δια-πίστωσε πόσο φτωχός είναι ο κόσμος γιατί όλα τα έπαιρνε ο Βασιλιάς κι οι στρατιώτες του. Οι ανέσεις του παλατιού τον έκαναν να ξεχάσει τι σημαίνει φτώχεια και σκληρή δουλειά.
Ο χρόνος περνούσε σαν το νερό που φεύγει από μια τρύπια λεκάνη και το αί-σθημα της ελευθερίας άρχισε πάλι να ξυπνάει την ικανότητα του Λυράρη να γράφει ωραία μουσική. Τότε μόνο κατάλαβε γιατί το αηδόνι του μαράζωνε σι-ωπηλό μες στο κλουβί και μετανοιωμένος του χάρισε την ελευθερία.
Άρχισε ξανά να ταξιδεύει και να τραγουδάει και τώρα πια δεν ήταν υποχρεω-μένος να δουλεύει στα χωράφια, μια και κέρδιζε πάλι το ψωμί του απ’ την αγα-πημένη Τέχνη του. Το αηδόνι τον συντρόφευε πάντα στα ταξίδια του και τρα-γουδούσε μαζί του κουρνιασμένο στον ώμο του. Η ψυχή όμως του Λυράρη, - παρόλο που ένιωθε χαρούμενος κι ευτυχισμένος - δεν μπορούσε να ξελαφρώσει απ’ το μίσος του για τον άδικο Βασιλιά.
Μια μέρα έκατσε κι έγραψε το ωραιότερο τραγούδι του, για τον Ήλιο που ανατέλλει. Μόλις νύχτωσε πήρε τη λύρα του και τράβηξε γραμμή για το παλάτι. Ζήτησε να δει τον Βασιλιά για να του παίξει το τραγούδι του. Αυτός, μόλις τον είδε βρώμικο και κουρελιασμένο, επειδή σκέφτηκε ότι θα τον γελούσαν και θα τον κορόιδευαν, τον κάλεσε στην αίθουσα του θρόνου όπου γλεντούσε με τους αυλικούς του.
- Είναι μεσάνυχτα ακόμα, φώναξε γελώντας σ’ όλους, ο αγαπητός μας Λυρά-ρης θα μας παίξει το τραγούδι του Ήλιου που ανατέλλει. Αλλά αν ο Ήλιος δεν ανατείλει θα ρίξουμε κλήρο για να δούμε ποιος τυχερός θα του κόψει το κακόφωνο λαρύγγι του.
Ο Λυράρης κάθισε ταπεινά στο μέσον της αίθουσας κι ενώ όλοι τον κορόιδευαν άρχισε να παίζει και να τραγουδάει το τραγούδι του. Θεϊκά, σαν τον αρχαίο ποιητή Όμηρο ξεχύνονταν οι εικόνες και η μουσική του, που γέμισαν την αί-θουσα και το παλάτι. Όλοι σώπασαν κι έβλεπαν εκστατικοί μες τη νύχτα τον Ήλιο που ξεχύθηκε στον Ουρανό σαν άγριος πολεμιστής από την Αία την πατρίδα του, πάνω στο πύρινο άρμα του που το έσερναν δώδεκα περήφανα άλογα.
Φορούσε χρυσή περικεφαλαία και στην ασπίδα του ήταν ζωγραφισμένα περίτεχνα τα κατορθώματά του και οι νίκες του ενάντια στο σκοτάδι, στο χάος, στο άδικο, στον πόνο, στην θλίψη και στον θάνατο. Με το φλογερό σπαθί του και με τα φωτεινά του βέλη σκότωσε τον βασιλιά κι όλους τους στρατιώτες.
Αυτή τη νύχτα όλοι τη θυμούνται γιατί ο Ήλιος ανέτειλε στ’ αλήθεια. Διέλυσε γι’ ακόμα μια φορά τα πυκνά σκοτάδια της νύχτας κι έκοψε τα δίχτυα του ύ-πνου και της ανημποριάς. Από στόμα σε στόμα εδώ και πολλά χρόνια το θαύμα αυτό μένει ζωντανό στη μνήμη των ανθρώπων.
Ο Ζωτρα ξύπνησε απ’ το φως γιατί κοιμήθηκε στο ύπαιθρο. Ήταν σχεδόν με-σημέρι κι όλοι οι άνθρωποι έλειπαν στις δουλειές τους. Τ’ όνειρο έμεινε ατέ-λειωτο όπως και ο πύργος της Βαβέλ.
Το παλάτι του μισητού βασιλιά ήταν εκεί απείραχτο και στο βασίλειο της Αορι-στίας η ζωή κυλούσε με τον ίδιο τρόπο που κυλούσε και πριν σαν ένα ρολόι κα-λοκουρδισμένο που δεν πάει ούτε ένα δευτερόλεπτο μπροστά ή πίσω.
Μάλλον αυτή η ιστορία δεν ήταν πάρα μονάχα ένα Όνειρο. Αλλά τα όνειρα καμιά φορά μας φέρνουν πολύτιμα μηνύματα.
Ο Ζωτρα τότε άφησε ελεύθερη την επιθυμία του να πετάξει σαν το αηδόνι, ο-πλίστηκε με πείσμα και υπομονή σαν το Λυράρη, κλώτσησε τους φόβους και τις αμφιβολίες του πριν αυτές προλάβουν να του δώσουν τη μαύρη καλημέρα τους, ανέβηκε στο ποδήλατό του κι άρχισε να τρέχει προς τον Ήλιο που ήταν εκεί στη μέση του ουρανού, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του χαμογελαστός και μεγαλόπρεπος, και τον περίμενε.

Ο τραγούδι του τραίνου

Όταν είσαι τραίνο και θες να ταξιδέψεις,
πάντα υπάρχει πρόβλημα
ποιο μέσο να διαλέξεις.

Στο δρόμο το αυτοκίνητο,
στον αέρα τ’ αεροπλάνο,
στη θάλασσα υποβρύχιο
και πλοίο από πάνω.

Μα εσύ είσαι ένα τραίνο
και δεν χωράς αλλού.
Όσο κι αν επιμένεις
πάντα το τραίνο παίρνεις.

Ρεφρέν:

Τ΄ όνομα μου ειν’ μακρύ σαν τραίνο,
γι΄ αυτό πάντα το τραίνο περιμένω,
εδώ, εκεί και σε κάθε σταθμό.
Μοιάζουμε τόσο εμείς οι δυο.

Aχ τραίνο, τραίνο, μην μ΄ αφήνεις,
εσύ που τις αποστάσεις καταπίνεις,
απ΄τα πολύβουα κάστρα της Σελήνης
ως τη σιωπηλή κοιλάδα της Γαλήνης.

ΣΗΜ:
1)Το τραγούδι αυτό έγραψε ο μεγάλος συνθέτης της χώρας του 8, ο Αμπού Μπακρ Αχμάντ μπεν Αλί μπεν Ουασιγιά αν-Ναμπάτι,που το όνομα του έχει 44 γράμματα και ο όποιος, λόγω του μεγάλου ονόματος του, δεν χωρούσε να ταξιδέψει με άλλο μέσο πάρα μόνο με τραίνο..

Το ερμηνεύει με πάθος ο τενόρος Ατζιλούλφο Εμο Μπερτραντίνο των Γκουϊλντιβέρνι και των άλ-λων του Κορμπεντράζ και Σούρα, ιππότης της Σελίμπια Τσιτσεριόρε και Φεζ, που το όνομα του έχει 108 γράμματα, γιατί σύμφωνα με την νέα ορθογραφία η λέξη ιππότης γράφεται με ένα π.
2) Στη χώρα του οχτώ δεν φτάσαμε ακόμα. Ο Ζωτρα αγνοεί ακόμα την ύπαρξη της. Ελπί-ζω να είσαστε αρκετά διακριτικοί και να μην σας ξεφύγει κάτι που μπορεί να φτάσει στα αυτιά του και να χαλάσει την έκπληξη.