Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

ΤΑΞΙΔΙ V

΄΄Γνωρίζεις τις άπειρες πτυχές του σύμπαντος
και τα ανοιχτά συστήματα των αιτημάτων;
Με την έννοια πως όλα είναι δυνατά,
κι εννοώ όλα, και όλα έχουν συμβεί. όλα.΄΄
Χεϊνλαϊν

Όταν ο ήλιος έχει τις κακές του, γιατί συμβαίνει καμιά φορά να ξυπνάει κακόκεφος το πρωί, ιδίως όταν τα όνειρά του είναι άσχημα, τότε συνήθως βρέχει. Κι όσο πιο κακόκεφος είναι τόσο πιο πολύ βρέχει, τόσο πιο δύσκολα γίνονται τα ταξίδια, ειδικότερα όταν κανείς ταξιδεύει με ποδήλατο όπως ο Ζωτρά. Ακόμα κι αν φορέσει αδιάβροχο, το νερό της βροχής μπαίνει στα μάτια του και η ορατότητα είναι πολύ κακή. Οι δρόμοι λασπώνουν και οι ρόδες γλιστρούν και υπάρχει κίνδυνος να πέσει σε κάποιο λάκκο με νερά. Υπάρχει ακόμα και η πιθανότητα να τον χτυπήσει κεραυνός κι αν βραχεί πολύ μετά μπορεί να κρυώσει. Για όλους αυτούς τους λόγους, που δεν είναι όλοι, ο Ζωτρα σταμάτησε το ταξίδι του και κρύφτηκε κάτω από την εσοχή ενός βράχου περιμένοντας να σταματήσει η βροχή και να καθαρίσει η ατμόσφαιρα.
Τότε ήταν που άρχισαν να σταλάζουν στο μυαλό του διάφορες σκέψεις όπως οι στάλες της βροχής. Σκέψεις ύπουλες, ντυμένες με το ρούχο της φρόνησης, που δεν ταιριάζει σε παιδιά μιας τέτοιας ηλικίας, ούτε σε ριψοκίνδυνους ταξιδιώτες. Σκέψεις που προσπαθούσαν να σπάσουν το βράχο της επιθυμίας του να ταξι-δέψει στον Ήλιο όπως το νερό διαλύει το χώμα, λιώνει τις πέτρες και διαβρώνει τις ρίζες των δέντρων, όσο βαθιά κι αν είναι χωμένες. Σκεφτόταν μήπως είναι μια τρέλα αυτό το ταξίδι, μήπως προσπαθεί να πραγματοποιήσει το απραγμα-τοποίητο. Γιατί απ’ όσα είχε ακούσει και διαβάσει μέχρι τώρα, πολλοί ήταν αυ-τοί που έφτασαν στη Σελήνη αλλά κανείς στον ‘Ήλιο.
Ο Βαρόνος Μιγχάουζεν έφτασε μάλιστα δυο φορές. Τη μία σκαρφαλώνοντας πάνω σε μια φασολιά και την άλλη μ’ ένα καράβι που το σήκωσε ψηλά ένας τε-ράστιος κυκλώνας. Εκτός κι αν λέει ψέματα. Πάντως ο Χανς Πφάαλ έφτασε σί-γουρα στη Σελήνη μ’ ένα αερόστατο, ο Σιρανό ντε Μπερζεράκ με μια μηχανή που έφτιαξε μόνος του, ο Προφήτης Ηλίας με μια ηλεκτρομαγνητική άμαξα, ο Ενώχ άφησε να τον παρασύρει ο καπνός που ανεβαίνει προς τα πάνω και η Αχάμπ, η κόρη του Νώε, με την κιβωτό που ανέβασαν μέχρι εκεί ψηλά τα νερά του κατακλυσμού.
Λέγεται ότι και ο Μικρός Πρίγκιπας επισκέφθηκε τη Σελήνη και ότι εκεί είναι το σπίτι του Αϊ-Βασίλη, ότι αυτός ήταν ο πλανήτης με τα χριστουγεννιάτικα δέντρα που επισκέφτηκε ο κυβερνήτης Πάουλους με το ιπτάμενο αλογάκι του τα περασμένα Χριστούγεννα.
Ακόμα πρέπει να προσθέσουμε ότι η Κολομβιάδα, το μεγαλύτερο κανόνι στην ιστορία της ανθρωπότητας, ήταν έτοιμο να εκτοξεύσει στη Σελήνη, από την πόλη Τάμπα της Καλιφόρνιας, μέσα σε μία κωνική σφαίρα, τους τρεις θαρραλέους άντρες, τον Γάλλο Αρτάν, τον πλοίαρχο Νικόλ και τον πρόεδρο Μπαρμπικαίην.
Ενώ στον Ήλιο, ο μόνος που προσπάθησε να φτάσει ήταν ο Ίκαρος αλλ’ από τη ζέστη έλιωσαν τα φτερά του και πνίγηκε στη θάλασσα.
Κι ενώ οι μαύρες αυτές σκέψεις άρχισαν να θολώνουν τον ορίζοντα της επιθυ-μίας του Ζωτρα, τα σύννεφα άρχισαν να διαλύονται και ο Ήλιος ξεθυμασμένος πια απ’ το θυμό του, άφησε τις αχτίνες του να κυλιστούν στην πρασινάδα των αγρών, να παίξουν κρυφτό μες τα φυλλώματα των δέντρων και να κάνουν βου-τιές στις λιμνούλες που έφτιαξε η βροχή.
Η ατμόσφαιρα καθάρισε σιγά-σιγά και πέρα στο βάθος, όχι πολύ μακριά, φάνηκαν οι επάλξεις και ο τρούλος ενός πανύψηλου παλατιού φτιαγμένου από άσπρη πέτρα και χαλκό που γυάλιζε σαν καθρέφτης.
Ο Ζωτρα ανέβαλε τις σκέψεις για άλλη φορά σύμφωνα με το γνωμικό που λέει ότι ΄΄αν δεν μπορείς να βρεις τη λύση για το πρόβλημα, άστο στην άκρη και ξανασκέψου το αργότερα΄΄. Πεινασμένος καθώς ήταν ,ανέβηκε στο ποδήλατο και τράβηξε προς το παλάτι, ενώ η αμφιβολία κούρνιαζε σιωπηλά σαν μαύρη νυχτερίδα στον ώμο του.

Στη χώρα της Αοριστίας

΄΄Ιδού έρχεται μετά των νεφελών
και όψεται αυτόν πας οφθαλμός.΄΄
Ευαγγελιστής Ιωάννης
Αποκάλυψη α΄, 7.

Η χώρα της Αοριστίας, είναι εκεί που βασιλεύει το χάος και οι αιτίες μένουν αναπάντητες. Εκεί, λοιπόν, ζούσε ένας απλός και ειρηνικός λαός με μόνο ίσως ελάττωμα ένα βασιλιά που έβαζε σκληρούς φόρους και οι στρατιώτες του άρπα-ζαν ότι πιο καλό υπήρχε στη χώρα φωνάζοντας: ΄΄για το παλάτι και το βασι-λιά΄΄, ώστε να επιβεβαιώνεται πάντα το αξίωμα ότι ο βασιλιάς για να είναι ευ-τυχισμένος πρέπει να έχει όλα τα αγαθά στο παλάτι του, ενώ οι άλλοι μπορούν να ζουν όπως - όπως, μια και η αδυσώπητη μοίρα τους έταξε να μη βασιλεύουν ποτέ και πουθενά παρά μονάχα στη μιζέρια τους και στη σκληρή κι απάνθρωπη δουλειά.
Όταν έφτασε ο Ζωτρα, οι άνθρωποι που ζούσαν γύρω απ’ το παλάτι, μόλις εί-αν τελειώσει τις δουλειές τους και κατάκοποι ετοιμάζονταν να φάνε. Φιλόξε-νοι όπως ήταν, αφού η φτώχεια και η φιλοξενία είναι αδελφές, τον καλωσόρι-σαν και του πρόσφεραν να φάει και να πιει. Γύρω λοιπόν απ’ τη φωτιά που ζέσταινε τα κουρασμένα κορμιά και στέγνωνε τον ιδρώτα του μόχθου τους, οι άνθρωποι έλεγαν ιστορίες, μα η πιο ωραία απ’ όλες ήταν του μαθητευόμενου Λυράρη.

Σ’ αυτή τη χώρα πριν χρόνια πολλά ζούσε ένας μαθητευόμενος Λυράρης που αγαπούσε τη μουσική, μα τα τραγούδια του ήταν άσχημα και κακόηχα. Είχε όμως μεγάλο πείσμα κι υπομονή, γι’ αυτό καθόταν με τις ώρες στο δάσος, άκου-γε το κελάηδισμα των πουλιών και μελετούσε τις νότες και τους τρόπους που οι νότες δένονταν μεταξύ τους σε αρμονία.
Πιο πολύ απ’ όλα τα πουλιά του άρεσε ν’ ακούει τ’ αηδόνια, ώσπου μια μέρα αιχμαλώτισε ένα και το έβαλε σ’ ένα κλουβί να το’ χει πάντοτε κοντά του και να το ακούει. Του έφερνε τα καλύτερα φαγητά και το κλουβί το ακούμπησε κοντά στο τζάκι που είχε ζέστη. Το αηδόνι τραγουδούσε μα όσο περνούσαν οι μέρες τραγουδούσε και λιγότερο, ώσπου στο τέλος όχι μόνο σταμάτησε να τραγουδάει αλλά ούτε το φαγητό του δεν άγγιζε καλά - καλά.
Ο μαθητευόμενος Λυράρης δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε αλλά δεν τον πολύ-ένοιαζε κιόλας, γιατί στο μεταξύ άρχισε να γράφει ωραία τραγούδια. Έτσι, όταν αισθάνθηκε αρκετά σίγουρος για τις μουσικές του ικανότητες, απο-φάσισε να ταξιδέψει στη χώρα και να τραγουδάει και ξέχασε όλως διόλου το καημένο αηδόνι στο κλουβί του. Σ’ όποιο μέρος εμφανιζόταν και έπαιζε τη λύρα του ο Λυράρης, οι άνθρωποι και η φύση μαγεύονταν όπως το μέλι γλυκαίνει τις αισθήσεις μας. Τα λουλούδια άνοιγαν τα πέταλά τους σα να ήταν άνοιξη και τα πουλιά χαμήλωναν σιωπηλά.
Ο Ήλιος σταματούσε το δρόμο του και η Σελήνη όλο γκρίνιαζε που δεν την ά-φηνε ο Ήλιος να ανατείλει και ν’ ακούσει.
Μετά από λίγο καιρό όλοι μιλούσαν γι’ αυτόν και τα τραγούδια του κι έτσι από στόμα σε στόμα - γιατί τότε δεν υπήρχαν εφημερίδες, τηλέφωνα, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις - το γεγονός έφτασε μέχρι τ’ αυτιά του Βασιλιά. Αμέσως αυτός έ-στειλε στρατιώτες να ψάξουν να τον βρουν και να τον φέρουν στο παλάτι.
Τον υποδέχτηκε με τιμές και του προσέφερε όλα τ’ αγαθά όπως αρμόζει σ’ ένα μεγάλο μουσικό, μα τον διέταξε να παίζει τη λύρα του και να τραγουδάει μόνο γι’ αυτόν. Έτσι κάθε μέρα ο μαθητευόμενος Λυράρης, που δεν ήταν πια μαθη-τευόμενος, έπαιζε την εξαίσια μουσική του για το Βασιλιά στη μεγάλη αίθουσα του θρόνου κι ήταν υπερήφανος γι’ αυτό.
Ο Βασιλιάς κάθε φορά ευχαριστημένος, δεν παρέλειπε να του πει και κάποιες κολακείες. Τη μια, του έλεγε πως ήταν καλύτερος κι απ’ τον Ορφέα που μάγευε τα ζώα με τη λύρα του. Την άλλη, πως ήταν καλύτερος κι απ’ τον Πάνα, τον γιο του Ερμή που έφερνε την άνοιξη με το σουραύλι του. Άλλοτε πάλι του’ λεγε πως ήταν καλύτερος κι απ’ τον Μουσαίο, τον γιο της Σελήνης, που θεράπευε τις ανθρώπινες ασθένειες με τη λύρα του ή απ’ τον Λίνο, τον γιο του Απόλλωνα που ήταν και δάσκαλος του Ηρακλή.
Ο καιρός όμως περνούσε κι ο Λυράρης άρχισε να μη νιώθει και πολύ καλά. Παρόλα τ’ αγαθά, τα πλούτη και τις κολακείες που ο Βασιλιάς του προσέφερε αφειδώς, δεν του επέτρεπε να πάει όπου θέλει και κυρίως να βγει απ’ το παλάτι για να επισκεφθεί το δάσος ν’ ακούσει τα πουλιά.
Η μεγαλοπρεπής αίθουσα του βασιλικού θρόνου, παρ’ όλες τις ανέσεις της, έγι-νε φυλακή γι’ αυτόν, όπως το κλουβί για το αηδόνι του. Άρχισε σιγά - σιγά να χάνει την ικανότητά του να γράφει και να παίζει ωραία μουσική, ώσπου στο τέ-λος όχι μόνο δεν τραγουδούσε αλλά ούτε το φαγητό του δεν άγγιζε καλά - κα-λά. Ο Βασιλιάς στην αρχή έδειχνε κατανόηση και υπομονή, αλλά όταν τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο κι ο Λυράρης δεν είχε τίποτε καινούργιο να παρουσιάσει πια, τον πέταξε με τις κλωτσιές απ’ το παλάτι του, αφού τον πρόσβαλε λέγοντάς του ότι είναι ο χειρότερος μουσικός του βασιλείου του, χει-ρότερος κι απ’ τον Γαλάτη Κακοφωνίξ.
Ο Λυράρης ταπεινωμένος γύρισε σπίτι του νομίζοντας ότι δεν μπορούσε πια να γράψει μουσική. Για να ζήσει όμως άρχισε να δουλεύει στα χωράφια όπου δια-πίστωσε πόσο φτωχός είναι ο κόσμος γιατί όλα τα έπαιρνε ο Βασιλιάς κι οι στρατιώτες του. Οι ανέσεις του παλατιού τον έκαναν να ξεχάσει τι σημαίνει φτώχεια και σκληρή δουλειά.
Ο χρόνος περνούσε σαν το νερό που φεύγει από μια τρύπια λεκάνη και το αί-σθημα της ελευθερίας άρχισε πάλι να ξυπνάει την ικανότητα του Λυράρη να γράφει ωραία μουσική. Τότε μόνο κατάλαβε γιατί το αηδόνι του μαράζωνε σι-ωπηλό μες στο κλουβί και μετανοιωμένος του χάρισε την ελευθερία.
Άρχισε ξανά να ταξιδεύει και να τραγουδάει και τώρα πια δεν ήταν υποχρεω-μένος να δουλεύει στα χωράφια, μια και κέρδιζε πάλι το ψωμί του απ’ την αγα-πημένη Τέχνη του. Το αηδόνι τον συντρόφευε πάντα στα ταξίδια του και τρα-γουδούσε μαζί του κουρνιασμένο στον ώμο του. Η ψυχή όμως του Λυράρη, - παρόλο που ένιωθε χαρούμενος κι ευτυχισμένος - δεν μπορούσε να ξελαφρώσει απ’ το μίσος του για τον άδικο Βασιλιά.
Μια μέρα έκατσε κι έγραψε το ωραιότερο τραγούδι του, για τον Ήλιο που ανατέλλει. Μόλις νύχτωσε πήρε τη λύρα του και τράβηξε γραμμή για το παλάτι. Ζήτησε να δει τον Βασιλιά για να του παίξει το τραγούδι του. Αυτός, μόλις τον είδε βρώμικο και κουρελιασμένο, επειδή σκέφτηκε ότι θα τον γελούσαν και θα τον κορόιδευαν, τον κάλεσε στην αίθουσα του θρόνου όπου γλεντούσε με τους αυλικούς του.
- Είναι μεσάνυχτα ακόμα, φώναξε γελώντας σ’ όλους, ο αγαπητός μας Λυρά-ρης θα μας παίξει το τραγούδι του Ήλιου που ανατέλλει. Αλλά αν ο Ήλιος δεν ανατείλει θα ρίξουμε κλήρο για να δούμε ποιος τυχερός θα του κόψει το κακόφωνο λαρύγγι του.
Ο Λυράρης κάθισε ταπεινά στο μέσον της αίθουσας κι ενώ όλοι τον κορόιδευαν άρχισε να παίζει και να τραγουδάει το τραγούδι του. Θεϊκά, σαν τον αρχαίο ποιητή Όμηρο ξεχύνονταν οι εικόνες και η μουσική του, που γέμισαν την αί-θουσα και το παλάτι. Όλοι σώπασαν κι έβλεπαν εκστατικοί μες τη νύχτα τον Ήλιο που ξεχύθηκε στον Ουρανό σαν άγριος πολεμιστής από την Αία την πατρίδα του, πάνω στο πύρινο άρμα του που το έσερναν δώδεκα περήφανα άλογα.
Φορούσε χρυσή περικεφαλαία και στην ασπίδα του ήταν ζωγραφισμένα περίτεχνα τα κατορθώματά του και οι νίκες του ενάντια στο σκοτάδι, στο χάος, στο άδικο, στον πόνο, στην θλίψη και στον θάνατο. Με το φλογερό σπαθί του και με τα φωτεινά του βέλη σκότωσε τον βασιλιά κι όλους τους στρατιώτες.
Αυτή τη νύχτα όλοι τη θυμούνται γιατί ο Ήλιος ανέτειλε στ’ αλήθεια. Διέλυσε γι’ ακόμα μια φορά τα πυκνά σκοτάδια της νύχτας κι έκοψε τα δίχτυα του ύ-πνου και της ανημποριάς. Από στόμα σε στόμα εδώ και πολλά χρόνια το θαύμα αυτό μένει ζωντανό στη μνήμη των ανθρώπων.
Ο Ζωτρα ξύπνησε απ’ το φως γιατί κοιμήθηκε στο ύπαιθρο. Ήταν σχεδόν με-σημέρι κι όλοι οι άνθρωποι έλειπαν στις δουλειές τους. Τ’ όνειρο έμεινε ατέ-λειωτο όπως και ο πύργος της Βαβέλ.
Το παλάτι του μισητού βασιλιά ήταν εκεί απείραχτο και στο βασίλειο της Αορι-στίας η ζωή κυλούσε με τον ίδιο τρόπο που κυλούσε και πριν σαν ένα ρολόι κα-λοκουρδισμένο που δεν πάει ούτε ένα δευτερόλεπτο μπροστά ή πίσω.
Μάλλον αυτή η ιστορία δεν ήταν πάρα μονάχα ένα Όνειρο. Αλλά τα όνειρα καμιά φορά μας φέρνουν πολύτιμα μηνύματα.
Ο Ζωτρα τότε άφησε ελεύθερη την επιθυμία του να πετάξει σαν το αηδόνι, ο-πλίστηκε με πείσμα και υπομονή σαν το Λυράρη, κλώτσησε τους φόβους και τις αμφιβολίες του πριν αυτές προλάβουν να του δώσουν τη μαύρη καλημέρα τους, ανέβηκε στο ποδήλατό του κι άρχισε να τρέχει προς τον Ήλιο που ήταν εκεί στη μέση του ουρανού, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του χαμογελαστός και μεγαλόπρεπος, και τον περίμενε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου