Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

ΤΑΞΙΔΙ ΧΙII

΄΄Για κάθε περίπλοκο πρόβλημα υπάρχει μια λύση απλή, βολική και απόλυτα λαν-θασμένη΄΄
Χ.Λ.Μένκεν

Ένας παλιός μύθος λέει ότι η νύχτα διαδέχεται τη μέρα και η μέρα τη νύχτα εξ΄ αιτίας κάποιων μικροσκοπικών εντόμων που λέγονται Φωτοφάγοι και Σκοτο-φάγοι. Οι Φωτοφάγοι τρώνε σαν τις ακρίδες το φως της μέρας και οι Σκoτοφάγοι σαν τους τερμίτες το φως της νύχτας. Ο μύθος λέει επίσης ότι οι Σκοτοφάγοι είναι στη μια μεριά της γης και οι Φωτοφάγοι στην άλλη. Όσο λοι-πόν και να τρώνε, γιατί αυτά τα μικρά κτήνη είναι τόσο λαίμαργα που δεν σταματούν ποτέ να τρώνε, δεν μπορούν ποτέ να συναντηθούν μεταξύ τους. Κι-νούνται όπως και οι δείχτες του ρολογιού, από τα αριστερά προς τα δεξιά, και είναι όσο δεν φαντάζεστε πολλά. Ποτέ δεν κουράζονται, ποτέ δεν πεθαίνουν και ποτέ δεν επιθυμούν να φάνε κάτι άλλο. Βέβαια μερικές φορές οι Φωτοφάγοι πλησιάζουν λίγο τους Σκοτοφάγους και τότε έχουμε μεγαλύτερες νύχτες. Αυτό συμβαίνει το χειμώνα. Άλλες φορές οι Σκοτοφάγοι πλησιάζουν τους Φωτοφά-γους και τότε έχουμε μεγαλύτερες μέρες, αυτό συμβαίνει συνήθως το καλοκαίρι. Εμείς όμως δεν τα πιστεύουμε αυτά γιατί ξέρουμε ότι ο Ήλιος είναι αυτός που φέρνει τη μέρα και η Σελήνη αυτή που φέρνει τη νύχτα. Και μαζί με τη νύχτα έρχεται και ο γιος της ο Ύπνος, που ο Ήλιος δεν τον βλέπει ποτέ, κι αποκοιμίζει τους κουρασμένους ταξιδιώτες, καθώς τους ραντίζει μ΄ ένα κλαδί μουσκεμένο από τη δροσιά της λήθης. Όταν οι άνθρωποι κοιμούνται βλέπουν όνειρα, και καμία φορά τυχαίνει τα όνειρα αυτά να μην είναι και πολύ ευχάριστα, όπως η περίπτωση του Ζωτρά που ξύπνησε άσχημα αυτή τη φορά. Έβλεπε έναν εφιάλ-τη. Ένα μεγάλο ρολογόσκυλο ερχόταν καταπάνω του σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης πίσω του. Κι όταν αυτό έφτασε κοντά του και έσκυψε να τον αρπάξει, τότε ο Ζωτρά πετάχτηκε ιδρωμένος από το φόβο του. Σκέφτηκε ότι τα γεγονότα του τελευταίου ταξιδιού έκαναν τα νεύρα του λίγο πιο ευαίσθητα, γιατί όταν κοίταξε πάνω από το κεφάλι του, η γλυκιά αυγή μόλις άρχισε να φωτίζει τον ουρανό. Σε λίγο θα άκουγε τα σκυλιά να γαβγίζουν, τα πούλια να κελαηδούν. Θα έβλεπε τα χρώματα να επιστρέφουν στην επιφάνεια του κόσμου και τα ζω-ντανά να δίνουν σημεία ζωής. Θα ένιωθε ένα σμήνος από θορύβους να τον ζώ-νουν από παντού. Σε κάποιο μέρος της γης, μια πόλη θα ξυπνούσε μ΄ ένα χτύπημα, ένα σφυροκόπημα, ένα αυξανόμενο τρίξιμο. Όλα αυτά όμως θα συνέβαιναν κάτω από κανονικές συνθήκες. Στην προκείμενη περίπτωση δεν συνέβη τί-ποτε απ΄ όλα αυτά που απαριθμήσαμε εκτός από τα χρώματα που επέστρεψαν στην επιφάνεια του κόσμου. Βέβαια ο Ζωτρά ήταν ακόμα λίγο τρομαγμένος από το κακό όνειρο και δεν πρόσεξε την απουσία των θορύβων. Για μια στιγμή υπέθεσε ότι το ξυπνητήρι του προκάλεσε αυτόν τον εφιάλτη, αλλά όλοι ξέρουμε ότι όταν έφυγε από το χωριό του δεν πήρε ξυπνητήρι μαζί του. Και τότε τι ήταν αυτό το ξυπνητήρι που καθόταν εκεί και τον κοιτούσε ακίνητο; Ο Ζωτρα πλη-σίασε πιο κοντά, το επεξεργάστηκε με το βλέμμα του καλύτερα και διαπίστωσε ότι το ξυπνητήρι δεν δουλεύει. Τότε άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι δεν υπήρχαν άλλοι θόρυβοι στο περιβάλλον, παρά μια περίεργη ησυχία, παρ΄ όλο το γεγονός ότι ήταν στην έξοχη και πίσω από τα δένδρα έβλεπε τα σπίτια μιας πόλης.

Στη χώρα των Ρολογιών

΄΄To να κυβερνάς μια μεγάλη χώρα
είναι σαν να κουρδίζεις πολλά ρολόγια.΄΄
Ο εξάδελφος του Λαο Τσου

Το τοπίο που έβλεπε ο Ζωτρά ήταν ένα γνώριμο τοπίο, αλλά με μια μεγάλη δι-αφορά. Τα δένδρα ήταν ρολόγια, τα φρούτα των δένδρων ήταν ρολόγια, τα πουλιά που κούρνιαζαν στα δένδρα ήταν ρολόγια. Κι όταν προχώρησε μέχρι την άκρη του δασούς τότε βρέθηκε σε μια πόλη όπου όλα ήταν ρολόγια. Τα σπί-τια, τα ζώα ακόμα και οι άνθρωποι ήταν ρολόγια και μάλιστα σταματημένα ρολόγια. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο όλα σταμάτησαν ξαφνικά, και η ζωή της πό-λης έμεινε στη μέση. Όλα ήταν μαρμαρωμένα κι ακίνητα.
Μια γυναίκα-ρολόι μαρμάρωσε την ώρα που τάιζε τα κοτόπουλα-ρολόγια, ένας άνδρας-ρολόι καβάλα σ΄ ένα άλογο-ρολόι, παιδιά-ρολόγια την ώρα που έπαι-ζαν με μια μπάλα-ρολόι, κορίτσια-ρολόγια την στιγμή που έπαιζαν κουτσό, ένα γκαρσόνι -ρολόι ενώ σερβίριζε τους πελάτες-ρολόγια, και αυτοί με την σειρά τους ενώ έπαιζαν τάβλι, χαρτιά ή ντόμινο. Ο Ζωτρα άρχισε να περιδιαβαίνει στους δρόμους αυτής της μαρμαρωμένης πόλης όπου ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν ήταν το εκνευριστικό τρίξιμο που έκαναν μερικά εξαρτήματα του πο-δηλάτου του, γιατί μετά από την περιπέτεια τους στη χώρα των γοργόνων είχε σκουριάσει λίγο. Παρ΄ όλο όμως που η σκόνη είχε αρχίσει να σκεπάζει την πόλη, όλα έμοιαζαν τόσο ζωντανά που μερικές φορές ξεγελιόταν και χαιρετούσε τους ακίνητους ανθρώπους-ρολόγια, ΄΄καλημέρα, κύριε ρολόι΄΄, ΄΄τι κάνετε, κυ-ρία ρολόι΄΄, χωρίς βέβαια να παίρνει κάποια απάντηση. Όταν, μετά από αρκετή ώρα, διέσχισε την πόλη βρέθηκε πάλι στην έξοχη, αλλά εδώ το τοπίο ήταν ζω-ντανό. Υπήρχαν πολλά κουρδιστήρια που επέβλεπαν λίγα ρολόγια να δουλεύ-ουν στα χωράφια και άλλα που κουβαλούσαν διάφορα πράγματα από τα χω-ράφια προς ένα μεγάλο πύργο που δέσποζε σ΄ ένα λόφο. Μόλις όμως τον είδαν τα ρολόγια, παράτησαν τις δουλειές τους, φόρτωσαν τα κουρδιστήρια σε φορεία και άρχισαν να τρέχουν πανικοβλημένα προς τον πύργο. Ανέβασαν γρήγορα τις γέφυρες και έκλεισαν τις πόρτες και τα παράθυρα. Όσο και να χτύπησε ο Ζωτρά, όσο και να φώναξε, κανείς δεν του άνοιξε, ούτε του απάντησε. Τον κοι-τούσαν πίσω από τις γρίλιες χωρίς να λένε ή να κάνουν κάτι. Ο Ζωτρά απογοητευμένος πήρε το δρόμο πίσω για την πόλη. Κάποια στιγμή πείνασε κι έκοψε από ένα δένδρο-ρολόι ένα φρούτο-ρολόι αλλά ήταν πικρό και το έφτυσε. Έσκυψε να πιει νερό από ένα ρυάκι που κυλούσε δίπλα του αλλά και πάλι έφτυ-σε. Στο ρυάκι δεν κυλούσε νερό αλλά λάδι. Μόνο το ποδήλατο του ήταν ευχα-ριστημένο απ΄ αυτό το γεγονός. Βούτηξε μέσα στο ρυάκι και έκανε ένα καλό μπάνιο. Όταν βγήκε όλα τα εξαρτήματα του ήταν τόσο καλά λαδωμένα που λει-τουργούσαν χωρίς να κάνουν κανένα θόρυβο. Το στόμα του Ζωτρά ήταν πικρό από το φρούτο και λιπαρό από το λάδι. Έτσι όταν είδε ένα γέρο-ρολόι λίγο πιο πέρα θέλησε να του ζητήσει λίγο νερό για να ξεπλύνει το στόμα του. Ο γέρος όμως άρχισε να τρέχει και ο Ζωτρά τον πήρε στο κατόπιν και μετά από λίγο τον έφτασε.
- Μην μου κανείς κακό, τον ικέτεψε ο γέρος.
- Μα γιατί να σου κάνω κακό , του απάντησε ο Ζωτρά. Εγώ το μόνο που θέλω να μάθω είναι που βρίσκομαι και γιατί όλα εδώ είναι ακίνητα και μαρμαρωμένα. Θέλω και λίγο νερό να ξεπλύνω το στόμα μου και να ξεδιψάσω.
Ο γέρος-ρολόι τον κοίταξε προσεκτικά και είπε:
- Είσαι άνθρωπος ε;
- Γιατί δεν φαίνεται; απάντησε γελώντας ο Ζωτρά.
- Μη γελάς, συνέχισε ο γέρος. Έχω ξαναδεί άνθρωπο αλλά πέρασε πολύς και-ρός από τότε. Ήρθε και έμεινε για λίγο καιρό μαζί μας. Έχτισε κι ένα σπιτά-κι. Επειδή δεν μπορούσε να πίνει λάδι και να τρώει τις τροφές μας, έσκαψε και βρήκε νερό και μετά φύτεψε διάφορα λαχανικά και φρούτα. Έφυγε ό-πως ήρθε, ξαφνικά. Δεν πιστεύω να είναι συγγενής σου;
- Δεν νομίζω, είπε ο Ζωτρα. Αυτό το μέρος όμως που μου περιέγραψες μόλις τώρα, που είναι; Μπορείς να μου το δείξεις, σε παρακαλώ;
- Εκεί μένω, απάντησε ο γέρος. Πάμε να σου ετοιμάσω κάτι να φας και όσο θα τρως θα σου εξηγήσω τι συνέβη εδώ.
Έτσι και έγινε. Έφτασαν στο σπιτάκι και όση ώρα ο Ζωτρα έτρωγε μια μεγάλη χωριάτικη σαλάτα με άφθονη κόκκινη τομάτα, αγγουράκια και φρέσκο κρεμ-μύδι και έπινε δροσερό νερό από το πηγάδι, ο γέρος-ρολόι έλεγε την ιστορία του.
- Η χώρα αυτή ήταν μια ευτυχισμένη χώρα. Ζούσαμε όλοι αγαπημένοι και η ευτυχία βασίλευε παντού. Όπως όμως ξέρεις κάθε ρολόι έχει κι ένα κουρδιστήρι. Τα κουρδιστήρια μας κούρδιζαν μια φορά την ημέρα και εμείς δου-λεύαμε όλη τη μέρα και κάναμε τις δουλείες στα σπίτια και στα χωράφια. Υπήρχε όμως ένα φιλόδοξο ρολόι που ήθελε να κάνει περισσότερα πράγμα-τα από τα άλλα ρολόγια και υποχρέωνε το κουρδιστήρι του να το κουρδίζει συνεχώς. Kι άλλα ρολόγια που ζήλεψαν έκαναν το ίδιο, ώσπου μια μέρα τα κουρδιστήρια κουράστηκαν και σηκώθηκαν κι έφυγαν. Πήγαν και κλείστη-καν σ΄ εκείνον τον πύργο. Μετά από λίγες ώρες όλα τα ρολόγια σταμάτη-σαν, και η χώρα μας ρήμαξε. Από τότε τα κουρδιστήρια κουρδίζουν μόνο λίγα ρολόγια για τις δουλειές του πύργου, επειδή μόνα τους δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Το μόνο κουρδιστήρι που δεν έφυγε είναι το δικό μου, γιατί είναι γέρικο και ξέρει όπως κι εγώ ξέρω, ότι ο ένας έχει ανάγκη τον άλλο και πως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωριστά.
Εκεί, λοιπόν, που ο Ζωτρά και ο γέρος κουβέντιαζαν βρέθηκαν ξαφνικά περικυκλωμένοι από δεκάδες ρολόγια που κράδαιναν αξίνες, φτυάρια, τσεκούρια και μαχαίρια. Τα εχθρικά τους αισθήματα ήταν ολοφάνερα.
- Αυτός είναι, φώναξε ένα ρολόι δείχνοντας τον Ζωτρά.
- Αυτός είναι ο εχθρός. Πιάστε τον.
Ακολούθησε μια μεγάλη φασαρία. Κάποια ρολόγια προσπάθησαν να πιάσουν τον Ζωτρά, αλλ΄ αυτός τους ξέφυγε και για να γλιτώσει ανέβηκε πάνω στο τραπέζι.
- Για σταθείτε λίγο, φώναξε μ΄ όλη του την δύναμη. Εγώ είμαι ένας περαστικός ταξιδιώτης. Δεν ήρθα με κακό σκοπό. Άλλωστε δεν έχετε και τίποτα που να το χρειάζομαι. Τα φρούτα σας είναι πολύ στυφά και το λάδι σας δεν πίνετε. Κι αν ήθελα να σας κάνω κακό, θα το έκανα όταν ήσασταν χωρισμένοι και ανυπερά-σπιστοι.
- Δίκιο έχει, πετάχτηκε στη μέση ο γέρος.
- Δεν είναι αυτός ο εχθρός μας. Ο πραγματικός εχθρός είναι η διχόνοια που μας χώρισε. Γι΄ αυτό η χώρα μας έγινε άνω-κάτω. Ας μείνουμε ενωμένοι όπως ήμασταν παλιά κι ας στρωθούμε στη δουλειά να ξαναφτιάξουμε την χώρα μας όπως ήταν πριν. Να μην ξαναμαλώσουμε πια και να ζούμε πάλι ευτυχισμένοι όπως και πρώτα.
Όλοι κατάλαβαν το λάθος τους και συμφώνησαν. Στρώθηκαν στη δουλειά και ξανάφτιαξαν την χώρα ωραία όπως και πρώτα και ακόμα ωραιότερη. Βοήθησε όσο μπορούσε και ο Ζωτρά. Κι όταν όλα μπήκαν στη θέση τους, αποφάσισε να συνεχίσει το ταξίδι του, γιατί πολύ είχε καθυστερήσει αυτή τη φορά.
- Μην ανησυχείς καθόλου, του είπε ο γέρος-ρολόι που όλα τα ρολόγια τον εξέλεξαν για αρχηγό.
- Εμείς κυβερνάμε το χρόνο. Πες μου τι ώρα ήταν όταν ήρθες και θα σου δεί-ξω τι εννοώ.
- Όταν ήρθα ήταν 7 η ώρα το πρωί. Αλλά ήρθα πριν δέκα μέρες, απάντησε ο Ζωτρά.
Ο γέρος τότε είπε σε όλα τα ρολόγια να γυρίσουν τους δείκτες τους πίσω δέκα μέρες και να τους ρυθμίσουν να δείχνουν εφτά η ώρα το πρωί. Έτσι κι έγινε. Όταν όλα τα ρολόγια δείξανε την ίδια ώρα, ο Ζωτρα κέρδισε 10 μέρες απ΄το τα-ξίδι του. Του χάρισαν κι ένα ωραίο ξυπνητήρι, ειδικό για ταξίδια. Ο Ζωτρά θέ-λησε ν΄ ανέβει στο καλολαδωμένο ποδήλατο του αλλά το μετάνιωσε. Σκέφτηκε ότι δεν πρέπει να το κουράζει γιατί μπορεί να θυμώσει και να φύγει. Έτσι το πήρε στα χέρια και ξεκίνησε με τα πόδια, ενώ τα ρολόγια τον αποχαιρετούσαν χτυπώντας εφτά χτύπους το καθένα. Πιο εντυπωσιακά ήταν εκείνα που είχαν κούκο, αλλά και όλα μαζί ήταν σαν μια καλοκουρντισμένη ορχήστρα, με τα τικ-τακ να δίνουν το ρυθμό και τα ντριν-ντριν να τραγουδούν τη μελωδία.

Ο Ήλιος ξύπνησε απ΄το θόρυβο, κλώτσησε το ξυπνητήρι του και ξανακοιμήθη-κε. Το ημερολόγιο έγραφε: Ανατολή Ήλιου ώρα 8. Άρα το ραντεβού του με τον ουρανό ήταν σε μια ώρα. Και μια ώρα περισσότερος πρωινός ύπνος ήταν ακόμα και για τον Ήλιο πολύτιμος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου