Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Ένα παραμύθι για το καλοκαίρι απο Melina Daskalakis




Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας άντρας που φοβόταν. Η πρώτη του αγάπη τον πρόδωσε και πέθανε από την ίδια της την προδοσία. Από τότε πίστευε ότι η προδοσία ήταν γραφτό του. Σαν καλός και θεοσεβής άνθρωπος που ήταν, μίλησε με τον Θεό του, που ήταν ο μέσα του εαυτός, και που είχε γίνει αυστηρός από την προδοσία, και ο Θεός του του έδωσε ένα χρησμό: Η αγάπη είναι ελευθερία.

Ο άντρας ερμήνευσε τον χρησμό και πορεύτηκε από τότε με σύνεση στην ζωή του. Με μόχθο κατάφερε να γίνει οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά και συναισθηματικά αν-εξάρτητος. Έκανε πάντα σχέσεις στις οποίες παρέμενε αν-εξάρτητος. Όπου η εξάρτηση ήταν απαραίτητη από την φύση της σχέσης φρόντιζε να κρατά αυτός τα ηνία. Ήταν έντιμος και σοβαρός και έδινε γενναιόδωρα και με ευγνωμοσύνη αντίδωρο για κάθε δώρο που λάμβανε, ώστε να μην χρωστά σε κανέναν και να μην νιώθει την ανάσα της εξάρτησης στον σβέρκο του. Έτσι ήξερε ότι μπορεί να είναι δίκαιος και ασφαλής και γενναίος, παρά τους φόβους του. Επειδή θυμόταν πάντα την πρώτη του αγάπη και τον χρησμό, έφτιαξε ένα κουκλόσπιτο στο οποίο έβαλε μέσα ένα ψεύτικο είδωλό της.

Μια μέρα συνάντησε την αδελφή του, κατά πώς λέει ο Σολομών στο Άσμα Ασμάτων. Κι αυτή φοβόταν, φοβόταν το άγνωστο, κι ήταν κι αυτή δίκαιη και γενναία. Η αδελφή του θαύμασε την γενναιότητα που έδειχνε ο άντρας μέσα στον πιο σκοτεινό του φόβο και του είπε: Σε γνωρίζω. Μη φοβάσαι. Δεν θα σε προδώσω. Ο άντρας ξαναρώτησε τον Θεό του κι ο Θεός του του επανέλαβε τον παλιό χρησμό: Η αγάπη είναι ελευθερία.

Ο άντρας ερμήνευσε τον χρησμό και φοβήθηκε ξανά ότι κινδύνευε η ανεξαρτησία του, την οποία ταύτιζε με την ελευθερία. Δοκίμασε γι’ αυτό κάθε προφύλαξη. Πρώτα είπε στην αδελφή του: Εγώ δεν σε γνωρίζω, φύγε, είσαι μια ξένη. Η αδελφή του τον κοίταξε ξανά και του είπε: Σε γνωρίζω. Μη φοβάσαι. Δεν θα σε προδώσω.

Ο άντρας μετά δοκίμασε να την προδώσει αυτός. Η αδελφή του μίλησε στον Θεό, που ήταν ο μέσα της εαυτός. Ήταν κι αυτός αυστηρός, γιατί ήταν πολεμιστής. Η πρώτη της αγάπη ήταν πολεμιστής και πέθανε πολεμώντας τον εαυτό του. Από τότε πίστευε ότι ο πόλεμος ήταν γραφτό της. Ο Θεός της της είπε: Η αγάπη είναι πόλεμος.

Η αδελφή του ερμήνευσε τον χρησμό και πορεύτηκε δίνοντας μάχες. Έμαθε να πολεμάει τόσο καλά που ξέχασε πώς ξαποσταίνουν. Έδινε μάχες κοινωνικά, οικονομικά, συναισθηματικά. Ήταν ακέραια και σπλαγχνική και φρόντιζε τις πληγές τις δικές της και των συμπολεμιστών της. Αλλά κοιμόταν πάντα με το όπλο παρά πόδα και το δάχτυλο στην σκανδάλη.

Η αδελφή του, μετά από κάθε προδοσία, του επαναλάμβανε: Σε γνωρίζω. Μη φοβάσαι. Δεν θα σε προδώσω. Και περιποιόταν τις πληγές και των δυό τους. Ο άντρας μετά από κάθε μάχη της έλεγε: Κοιμήσου τώρα. Νίκησες, μπορείς να ξεκουραστείς για λίγο.

Ο άντρας θαύμασε τότε κι αυτός την γενναία καρδιά της αδελφής του και σκέφτηκε ότι της αξίζει να ξαποστάσει. Δοκίμασε τότε να σταματήσει να την προδίδει, για να την ξεκουράσει και να ξεκουραστεί λίγο κι αυτός. Επειδή όμως δεν είχε νικήσει τον φόβο του για προδοσία, το δώρο του ήταν δώρο-άδωρο: δεν το παραδέχτηκε ποτέ κι έτσι δεν το πρόσφερε ποτέ στην αδελφή του φανερά. Αντίθετα άρχισε να της επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία: Είμαι ελεύθερος. Είμαι ελεύθερος, να σε προδώσω όποτε θέλω. και θα το κάνω ξανά.

Η αδελφή του ήθελε κι αυτή να σταματήσει να πολεμά, αλλά επειδή φοβόταν και είχε πάντα τον νου της στην σκοπιά, τον ξυπνούσε συνέχεια μέσα στην νύχτα και του έλεγε: ξύπνα, φοβάμαι, κάτι ακούω. Είχε κι εκείνη ερμηνέψει τον δικό της χρησμό και έβλεπε την αγάπη σαν πόλεμο χωρίς ανάπαυση κι υποταγή.

Έτσι ο άντρας και η αδελφή του συνέχιζαν να ζουν και να μοχθούν σαν σύντροφοι που ήσαν. Μέχρι που ένα βράδυ η αδελφή του σηκώθηκε με το όπλο στο χέρι και του είπε: Λάθος ερμηνεύουμε τους χρησμούς. Η αγάπη είναι πράγματι ελευθερία. Η ελευθερία να μην προδώσεις. Μόνο αν παραδεχθείς την αγάπη σου για μένα κι εσύ θα είσαι αληθινά ελεύθερος και εγώ θα πάψω να πολεμάω και θα υποταχθώ.

Ο άντρας την είδε να σηκώνεται με το όπλο και πριν ακούσει τα λόγια της κατακλύστηκε από τον φόβο της προδοσίας. Σηκώθηκε για να φύγει, σκέφτηκε. Τώρα που έχω έτοιμα τα δώρα μου γι' αυτήν, τώρα είναι που θα με προδώσει εκείνη.

Μέσα στον φόβο του φώναξε στον Θεό του: Θεέ μου βοήθησέ με, μην με εγκαταλείπεις. Δώσε μου έναν καινούριο χρησμό. Αλλά ο Θεός παρέμεινε σιωπηλός για να τον βοηθήσει να ακούσει τα λόγια της.

Τότε κάτι αναπάντεχο συνέβη. Ο άντρας μέσα στον φόβο του θυμήθηκε μια παλιά ιστορία που είχε ακούσει για τον Εβραίο Θεό και πώς αυτός δοκιμάζει τους εκλεκτούς του. Θυμήθηκε ότι ο Ιακώβ σκότωσε τον Ισαάκ από πίστη και αγάπη στον Θεό αυτό. Και είπε: θα σκοτώσω κι εγώ ότι αγαπώ γιατί έτσι θα ευχαριστηθεί και θα μου μιλήσει ξανά ο Θεός.

Το είπε και το έκανε.

Ο άντρας έδειξε στον Θεό του, που ήταν ο μέσα του εαυτός, ότι η πίστη του στον Θεό του, που ήταν ο μέσα του εαυτός, είναι αρκετά δυνατή, ώστε να περάσει την δοκιμασία αυτή: θυσίασε την αδελφή του που αγαπούσε.

Η αδελφή του τότε, με μιας, θυμήθηκε κι εκείνη μιαν άλλη ιστορία, πιο παλιά, από έναν πιο σπλαγχνικό Θεό, που διέταξε έναν Καπετάνιο-Βασιλιά -που καθόταν στην άκρη μιας ψυχής γαλάζιας- να θυσιάσει την κόρη του, αλλά την ώρα της θυσίας την προστάτεψε και την έστειλε μέσα σε ένα σύννεφο στην εξορία. Προσευχήθηκε σε κείνον τον παλιό Θεό κι εκείνος την σήκωσε στα χέρια του και την έστειλε στην Ταυρίδα.

Η αδελφή του εδώ πέθανε, αλλά στην Ταυρίδα ζει. Δεν ξέρει αν μετά από αυτό φύσηξε στα πανιά του Καπετάνιου-Βασιλιά ούριος άνεμος ή η θυσία της πήγε χαμένη. Δεν εμπιστεύεται αυτό που βλέπει με τα μάτια της, γιατί τα μάτια της καρδιάς της της λένε ότι ο Καπετάνιος της τιμονεύει σκυφτός σε χειμωνιάτικη θάλασσα. Από την Ταυρίδα προσεύχεται ο Θεός να μιλήσει στον άντρα και να του πει: Ερμήνεψες λάθος τον χρησμό μου, και πίστεψες ότι πρέπει η αγάπη σου να υποταχτεί στην ελευθερία σου.

Στην επέτειο της γέννησής της, που ήταν και το μεγάλο εννιάμηνο μνημόσυνο του θανάτου της, ο άντρας έστειλε να ρωτήσει ξανά όλους τους Θεούς, πού είναι πιο καλά, εδώ που έμεινε αυτός, αν-εξάρτητος, ή στην Ταυρίδα. Κι ακόμα ήθελε να μάθει αν στην Ταυρίδα γίνεται πόλεμος ή ζουν ειρηνικά.

Οι Θεοί τότε επειδή εκτιμούσαν την ευσέβειά του, του απάντησαν: Δεν έχει σημασία αν θα μείνεις εδώ, στο κουκλόσπιτο, αν θα αναζητήσεις άλλες σκιές και είδωλα της αγάπης σου ή θα πας στην Ταυρίδα να βρεις την αδελφή της ψυχής σου. Δεν έχει σημασία αν θα είσαι στην Κόλαση ή στον Παράδεισο. Ο δικός σου χρησμός σήμαινε ότι την ελευθερία σου θα σου την δώσει η παραδοχή της αγάπης σου. Κι ακόμα η Ταυρίδα είναι γη ειρηνική. Ο χρησμός της αδελφής σου σήμαινε ότι στην αγάπη όπως στον πόλεμο πρέπει να ξέρεις να νικάς, να ξέρεις να χάνεις και να ξέρεις να παραδίνεσαι.

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Melina Daskalakis
Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009 στις 8:28 μ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου