Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

ΤΑΞΙΔΙ ΧΙΙ

΄΄Αναρωτιέστε πιθανόν γιατί βρίσκομαι
εδώ, το ίδιο κι εγώ, το ίδιο κι εγώ.΄΄
Φρανκ Ζάππα

Ο Ήλιος έχει πολλές φορεσιές και ντύνεται όπως του αρέσει. Άλλες φορές ακτι-νοβολεί ολόκληρος με ψηλό ατσούμπαλο κόκκινο καπέλο, παρδαλό καρό παντελόνι, ριγέ πολύχρωμο σακάκι και τεράστια μπαλωμένα παπούτσια, και μοιά-ζει με αστείο κλόουν πριν βγει στο τσίρκο να κάνει το νούμερο του.
Άλλες φορές εμφανίζεται αυστηρός και θυμωμένος σαν ένας σκληρός καου- μπόι σερίφης, με ζώνη που κρέμονται δίπλα εξάσφαιρα και μπότες με κοφτερά σπιρούνια που πληγώνουν την κοιλιά του άλογου, καθώς προσπαθεί με το μα-κρύ μαστίγιο του να ξαναμαζέψει το κοπάδι με τα γελάδια του που σκόρπισε.
Άλλες φορές εμφανίζεται ξαφνικά πίσω απ΄τα σύννεφα και μας τρομάζει κι άλ-λες φορές έρχεται σφυρίζοντας απ΄το γνωστό μονοπάτι της ανατολής σαν να μην τρέχει τίποτα.
Αλλ΄ όταν έχει ομίχλη μοιάζει με βρώμικο πορτοκάλι. Τότε χάνει την λάμψη του όπως έχασε και ο Κοντορεβιθούλης τον δρόμο του, ο Ναπολέων τον πόλεμο, ο ναύαρχος Νέλσον το μάτι του, ο πειρατής Τζων Σιλβερ το πόδι του, ο Χότζας τον γάιδαρο του, το Ποτάμι τη μαργαρίτα του, ο βασιλιάς του Ιντ το Βασίλειο του, ο Ιάσονας το πέδιλο του, ο κόρακας το κρέας του, ο Σαμψών την δύναμη του, ο Νηρέας τον ύπνο του, ο λαγός τον αγώνα δρόμου, ο Πωλ Ραϊχμαν δέκα δισεκατομμύρια δολάρια, ο Αλφονσο Χέηγκεν τις 2231 πέστροφες, ο Νίκος τον Μηνά και ο Αδάμ με την Εύα τον παράδεισο.
Φυσικά υπάρχουν κι άλλοι, ακόμα και σήμερα, που χάνουν το πορτοφόλι τους, τις διακοπές τους, τον δρόμο τους, την όρεξη τους, τη μιλιά τους, την διάθεση τους, τα λογικά τους, κάθε ιδέα ή τον μπούσουλα..
Σκεφτείτε, λοιπόν, τι γίνεται αν έχει βροχή με θύελλα. Και δεν εννοώ να βρέξει βατράχια όπως έγινε στην Δαρδανία πριν 2000 χρόνια, ή ψάρια όπως στη Σά-ντα Μόνικα το 1984, ή κομμάτια πάγου όπως στο Ντιούμπικ της Αιόβα. Μιλάω για μια κανονική θυελλώδη θύελλα με καταρρακτώδη βροχή. Ε, τότε τα πράγ-ματα γίνονται πολύ σκούρα. Δύσκολα θέλω να πω. Η υγρασία σου τρυπάει τα κόκαλα και δεν υπάρχει περίπτωση να δεις πέρα από τη μύτη σου.Το καλύτερο που έχεις να κανείς είναι να μείνεις ακίνητος μέχρι να σταματήσει η θύελλα, αλλά και πάλι κινδυνεύεις να πέσει κάποιος επάνω σου.
Ο Ζωτρα όμως με το ποδήλατο δεν πρόλαβε ούτε να σταματήσει. Γλίστρησε στις λάσπες του δρόμου και βρέθηκε να στριφογυρίζει στον αέρα σαν ξεχαρβα-λωμένο ανεμόπτερο και να τραβάει κατ΄ ευθείαν για την θάλασσα. Ύστερα κά-νοντας ένα φοβερό σπλατς άρχισε να βουλιάζει σαν βαρίδι στο σκοτεινό βυθό της, αφήνοντας πίσω του μπουρμπουλήθρες που αναδύονταν νωχελικά στην ταραγμένη επιφάνεια των νερών. Βυθίζονταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς τα κάτω, σε φοβερά βάθη, στο σκοτάδι της αβύσσου. Δεν μπορούσε να ΄ναι καθό-λου βέβαιος για το μήκος εκείνου του τρομαχτικού γλιστρήματος. Του φάνηκε σαν να πέρασαν αιώνες. Στην πραγματικότητα λιποθύμησε.

Στη χώρα των Γοργόνων

΄΄Μια μέρα εκεί κοντά στο σούρουπο
καθώς σε αποχαιρετούσα όπως συνήθιζα
μια θλίψη αμυδρή αποχωρισμού
μ΄ έκανε να αισθανθώ πως σ΄ αγαπούσα.΄΄
Λεοπόλδο Λουγονες
Σονέτο ΄΄Ψυχή ευτυχισμένη΄΄

Όταν συνήλθε γύρω είχε απόλυτο σκοτάδι. Σιγά-σιγά όμως άρχισε να αχνοφέγγει ένα αμυδρό φως που όλο δυνάμωνε και δυνάμωνε. Ένα ολόγιομο φεγγάρι ανέτειλε. Ο Ζωτρα κατάλαβε πως βρισκόταν πεσμένος σ΄ ένα είδος πλατείας. Ολόγυρα απλώνονταν πολλοί λεωφόροι, πλαισιωμένοι από δενδροστοιχίες και χρυσοποίκιλτα αγάλματα. Τα σπίτια ήταν χτισμένα από μάρμαρο και πορφυ-ριο με περίτεχνα σκαλίσματα και παραστάσεις. Ήταν φανερό πως φτιάχτηκαν από επιδέξιους αρχιτέκτονες και κτίστες, ξυλογλύπτες και μαρμαροτεχνίτες, λι-θοξόους και χαλκουργούς, κορνιζάδες και σιδεράδες, γυψοποιους και ζωγρά-φους. Οι χρυσές σκέπες αντανακλούσαν το φως του φεγγαριού αυξάνοντας έτσι το μεγαλείο τους. Αλλά το πιο εντυπωσιακό απ΄ όλα ήταν ένα ψηλό κτίριο από ατόφιο κρύσταλλο στο βάθος μιας από τις λεωφόρους. Η διαφορά του πάχους του γυαλιού το έκανε να φαίνεται πολύχρωμο, μα με χρώματα αχνά και αέρινα, που δημιουργούσαν την εντύπωση ότι το κτίριο αιωρείται. Ή πιο σωστά, επι-πλέει. Κι ενώ, ο Ζωτρά, θαύμαζε και δεν είχε ακόμη αποφασίσει τι θα κάνει, ένα κοπάδι; ένα σμήνος; μια ομάδα; ένα γκρουπ; δεν ξέρω πως να το ονομάσω, ένα σύνολο, εν πάση περιπτώσει, από οπλισμένους γοργόνους, έφτασε κολυμπώ-ντας και τον συνέλαβε. Χωρίς πολλές εξηγήσεις ή χρονοτριβές, τον μετέφεραν στο γυάλινο κτίριο, αλλά στο υπόγειο, που κάθε άλλο παρά γυάλινο ήταν, και τον πέταξαν σε μια μαύρη και σκοτεινή τρύπα. Έτσι ο καημένος ο Ζωτρά βρέ-θηκε για δεύτερη φορά να πέφτει σε μια μαύρη άβυσσο, τόσο βαθιά που κάποια στιγμή νόμισε ότι θα βγει από την άλλη μεριά στην επιφάνεια της γης. Δυστυχώς όμως αυτό δεν συνέβη, και ο Ζωτρα έσκασε στο πάτωμα σαν γεμάτο τσου-βάλι κι αυτό δεν μπορούμε να πούμε ότι του άρεσε αλλά το καλό ήταν ότι τον γύρισε πίσω στην σκληρή πραγματικότητα. Και στην προκειμένη περίπτωση η πραγματικότητα δεν ήταν μόνο σκληρή αλλά και ανεξήγητη. Δεν ήξερε που βρισκόταν, ούτε πως έφτασε εδώ, ούτε γιατί τον πέταξαν στο πηγάδι. Και το κυ-ριότερο, δεν ήξερε πως να γλιτώσει γιατί κάτι του ‘λεγε κρυφά στ΄ αυτί ότι έρ-χονται χειρότερες στιγμές, μπορεί και ώρες, μπορεί και μέρες, αλλά μπορεί και στιγμές….
- Πως σε λένε; άκουσε μια κοριτσίστικη φωνή να ρωτάει.
- Που βρίσκομαι; ανταπόδωσε την ερώτηση ο Ζωτρά.
- Είσαι στη Χώρα των Γοργόνων, απάντησε η φωνή.
- Είμαι σε μια μαύρη τρύπα και δεν ξέρω για πιο λόγο, αλλά ούτε ξέρω τι θα μου κάνουν, ούτε τι μέρα είναι και δυστυχώς ούτε πως να βγω από δω, είπε αγανακτισμένος ο Ζωτρά.
- Μην φοβάσαι του είπε ήρεμα η κοριτσίστικη φωνή. Ξέρω εγώ. Αλλά πριν απ΄ όλα θα σου πω μια ιστορία για να καταλάβεις καλύτερα, συνέχισε η φω-νή.
- Ωραία, είπε με απόγνωση ο Ζωτρα. Αν αυτό είναι κάτι που μπορεί να βοη-θήσει πες την ιστορία σου γρήγορα αν και δεν νομίζω ότι είναι η πιο κατάλληλη ώρα για ιστορίες. Τι μέρος αφιλόξενο είναι αυτό. Πρώτα σε πετάνε σ΄ ένα υγρό πηγάδι χωρίς εξηγήσεις και μετά θέλουν να σου πουν ιστορίες. Γιατί δεν μου δίνεις πρώτα ένα χεράκι να βγω έξω και μετά μου λες όσες ιστορίες θέλεις;
Μεσολάβησε λίγη σιωπή τόση που ο Ζωτρά για μια στιγμή νόμισε ότι το κορίτσι θύμωσε κι έφυγε.
- Βιάζεσαι, άκουσε πάλι τη φωνή. Εγώ ήρθα εδώ για να σε βοηθήσω γιατί συ-μπαθώ τους ανθρώπους. Ο πατέρας μου όμως δεν τους συμπαθεί…Ξέρεις κάποτε αγαπούσαμε πολύ τους ανθρώπους. Ανεβαίναμε πάνω στην επιφά-νεια της θάλασσας και παίζαμε στον αφρό των κυμάτων. Χαιρετούσαμε τους ταξιδιώτες και κυνηγιόμασταν με τα δελφίνια και τους γλάρους. Μερικές φορές μάλιστα πλησιάζαμε κοντά στις παράλιες και σας παρατηρούσαμε. Χαζεύαμε τα παιδιά να παίζουν και τους γέρους να πίνουν το καφεδάκι τους στα καφενεία, τις κύριες να πηγαίνουν για ψώνια και τις κοπέλες να φλερτάρουν με τα αγόρια. Φυσικά, όταν γινόταν κάποιο ναυάγιο και ήμασταν κοντά τρέχαμε πάντα να σώσουμε τους ναυαγούς και να τους μεταφέρουμε στην πιο κοντινή ξηρά. Ώσπου,….η φωνή δίστασε λίγο. Ώσπου, σένα τέτοιο περιστατικό ο αδελφός μου έσωσε ένα κορίτσι. Το έλεγαν Ημεμ κι ή-ταν πολύ όμορφο. Το κορίτσι βέβαια ήταν λιπόθυμο, και ο αδελφός μου το άφησε κοντά στην Ανήθα. Όταν γύρισε πίσω ήταν πολύ λυπημένος. Τον ρώτησα τι έχει και μου είπε ότι είναι ερωτευμένος με το ωραιότερο κορίτσι του κόσμου. Νόμιζα ότι θα του περάσει αλλά αυτός ανέβαινε κάθε τόσο για να τη δει και να δει αν είναι καλά. Και κάθε φορά που γύριζε ήταν ακόμα χειρότερα και το βράδυ την έβλεπε στα όνειρα του. Κι όταν ήταν ξύπνιος πάντα γι΄ αυτή μιλούσε, μέχρι που άρχισε να βλέπει οπτασίες. Την έβλεπε να σχηματίζεται στους καπνούς των τσιγάρων, πάνω από τη στοίβα με τ΄ αποτσίγαρα στο τασάκι και δίπλα στο κίτρινο χρώμα που ανάμεσα στα δά-χτυλα αφήνουν τα τσιγάρα. δυστυχώς ο αδελφός μου κάπνιζε πολύ και η αιτία ήταν ο ανεκπλήρωτος και ανέφικτος ερωτάς του. Και το ήξερε πολύ καλά, αν και όλοι του το έλεγαν επίσης, ότι δεν μπορεί να σμίξει με ένα κο-ρίτσι που ζει σ΄ ένα κόσμο τόσο, μα τόσο, διαφορετικό από το δικό μας. Έτσι ο αδελφός μου ο Γοργόνος, μην ξέροντας τι άλλο να κάνει εκτός από το να καπνίζει και ν΄ ανεβοκατεβαίνει στην επιφάνεια της θάλασσας για να βλέ-πει την αγαπημένη του από μακριά, αποφάσισε να επισκεφτεί τον μεγάλο κακό Μάγο που είχε γνωριμίες και πάρε-δώσε με όλα τα πονηρά πνεύματα μέσα κι έξω από τα μπουκάλια, τα λυχνάρια, τα πιθάρια και τα σεντούκια και γνώριζε όλες τις συνταγές, τις επικλήσεις και τα γιατροσόφια, πάντα, μα πάντα, για το κακό, αφού δεν αγαπούσε κανένα και φυσικά ούτε τους αν-θρώπους. Μάλιστα αναγκάστηκε να τον δει κρυφά, επειδή ο πατέρας μας, ο βασιλιάς, τον εξόρισε για την γρουσουζιά του και την κακία του κι επειδή ως Βεζίρης ήθελε να γίνει βασιλιάς στη θέση του πατέρα μας.
Ο κακός Μάγος άνοιξε το φούρνο μικροκυμάτων όπου τοποθέτησε μια κα-τσαρόλα, έριξε μέσα ένα βάτραχο με ανεμοβλογιά, ένα σκουλήκι με ιλαρά, δυο κατσαρίδες με κοκίτη, μισό φίδι με παραμαγούλες, μια σαύρα με πρη-σμένες αμυγδαλές και άφθονο ιρέπιπ, ιτάλα και διάφορα άκιραχαμπ που μάζεψε μια νύχτα που το φεγγάρι ήταν άρρωστο από ασιατική γρίπη και ρύθμισε τη θερμοκρασία στους 750 βαθμούς Φαρενάιτ και τα άφησε να βρά-σουν μέχρι επιδημίας. Ύστερα ρούφηξε το βλαβερό ζουμί και είπε:

Υπάρχει τρόπος άνθρωπος να γίνεις,
υπάρχει λύση με την Ημέμ να μείνεις,
γιατί η κακία είναι δυνατή,
αν κι η αγάπη κάνει ότι μπορεί.

Μια μαργαρίτα αρκεί να βρεις,
κι ένα -ένα τα πέταλα της ν΄ αφαιρείς,
και ΄΄μ΄ αγαπάς΄΄, ΄΄δεν μ΄ αγαπάς΄΄, να λες,
και ΄΄μ΄ αγαπάς΄΄, ΄΄δεν μ΄ αγαπάς΄΄, να λες….

Κι αν τελειώσεις με το ΄΄μ΄ αγαπάς΄΄,
σίγουρα τότε άνθρωπος θα γίνεις,
αν όμως καταλήξεις στο ΄΄δεν μ΄ αγαπάς΄΄,
Γοργόνος δυστυχώς θα μείνεις.

Ο αδελφός μου χαρούμενος με την συμβουλή του μεγάλου κακού Μάγου, ανέβηκε αμέσως στην ακρογιαλιά της Ανήθα κι έψαξε να βρει μια μαργαρί-τα. Αλλά στις αμμουδιές δεν φυτρώνουν λουλούδια, κι έτσι αφού είδε κι απόειδε και μαργαρίτα δεν υπήρχε πουθενά, αποφάσισε να κάνει αυτό που του είπε ο κακός Μάγος, με τα λέπια του. Αφαιρούσε τα λέπια του λέγοντας ΄΄μ΄ αγαπάς΄΄, ΄΄δεν μ΄ αγαπάς΄΄, και θες από σύμπτωση , θες από ατυχία, θες από λάθος, το τελευταίο λέπι ήταν ΄΄δεν μ΄ αγαπάς΄΄. Ο άτυχος Γοργόνος κατάλαβε ότι δεν ήταν δυνατόν να γίνει άνθρωπος και να κερδίσει την α-γάπη της Ημέμ, και λυπημένος σύρθηκε προς την θάλασσα για να γυρίσει πίσω στο σπίτι μας. Τότε όμως διαπίστωσε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν γιατί χωρίς λέπια….. δεν ήταν Γοργόνος χωρίς λέπια…. είπε η μικρή γοργόνα και ξέσπασε σε κλάματα, αλλά παρ΄ όλα αυτά συνέχισε:
- Λίγες μέρες αργότερα βρήκαμε το κουφάρι του αδελφού μου στη αμμουδιά της Ανήθα. Πέθανε από δίψα και έρωτα, μ΄ ένα τσιγάρο στο στόμα, παγι-δευμένος ανάμεσα σε δυο κόσμους. Στο δικό του που δεν μπορούσε να γυ-ρίσει πια και στον δικό σας που ποτέ δεν του ανήκε. Από τότε ο βασιλιάς πατέρας μου μας απαγόρευσε να ανεβαίνουμε στην επιφάνεια της θάλασσας κι αν ποτέ κάποιο πλοίο ναυαγήσει απαγορεύεται να βοηθήσουμε τους ναυαγούς. Και για όλα φταίει ο κακός Μάγος, που ποτέ δεν ήθελε να βοηθάμε τους ανθρώπους, και που με αφορμή το άτυχο γεγονός του αδελφού μου ξανάγινε Βεζίρης γιατί είπε στον πατέρα μου ΄΄Σου τα έλεγα εγώ, δεν σου τα έλεγα;΄΄.
- Μικρή μου γοργόνα μην κλαις. Λυπάμαι ειλικρινά για τον αδελφό σου της είπε συγκινημένος ο Ζωτρά.
- Τον εαυτό σου να λυπάσαι, του απάντησε η μικρή γοργόνα. Είναι σίγουρο ότι ο μεγάλος κακός Μάγος θα σου κάνει κακό, γι΄ αυτό πρέπει να φύγεις από δω όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Και πριν ο Ζωτρα προλάβει να πει κάτι άκουσε ένα σούρσιμο που όλο δυνάμω-νε ώσπου κάτι τον κτύπησε στο κεφάλι, και για λίγο νόμισε ότι ξημέρωσε και ότι ο Ήλιος δίνει πάρτι στον ουρανό με φωτορυθμικά και με λέιζερ και με όλα τ΄ αστέρια μαζί. Το σκοτάδι όμως ξανάρθε γρήγορα και ψηλαφίζοντας με τα χέ-ρια του στα τυφλά τον τοίχο άρπαξε μια ανεμόσκαλα. Άρχισε να ανεβαίνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά η σκάλα δεν έλεγε να τελειώσει. Τα μπράτσα του πονούσαν και οι παλάμες του έβγαλαν φουσκάλες, ώσπου κάποτε έφτασε σ΄ ένα θαμποφωτισμένο υπόγειο. Η μικρή γοργόνα, πανέμορφη, τον πήρε απ΄το χέρι κι άρχισε να τον οδηγεί προς την έξοδο του παλατιού. Δεν ήταν εύκολο γιατί έπρεπε να προσέχουν μην τους δουν οι φύλακες και να κρύβονται στις γωνίες για να γλιτώσουν από τις περιπόλους, αλλά τον Ζωτρά δεν τον ενοχλούσε τίπο-τα. Ούτε τα χέρια του πονούσαν, ούτε το καρούμπαλο στο κεφάλι του, ούτε φο-βόταν μήπως τους συλλάβουν. Το μόνο που πρόσεχε ήταν η μικρή πανέμορφη γοργόνα, που ήταν εξίσου όμορφο κορίτσι με την Ηνδάϊρα. Έτσι, χωρίς να το καταλάβει καλά-καλά βρέθηκε ξαπλωμένος στην αμμουδιά. Η κούραση του ή-ταν μεγάλη κι αποκοιμήθηκε αμέσως. Όταν ξύπνησε, είχε ακόμα ζωντανή στη μνήμη του την πανέμορφη μικρή γοργόνα. Ήταν όμως στεγνός, το καρούμπαλο στο κεφάλι και οι φουσκάλες στα χέρια δεν υπήρχαν και οι δυνάμεις του είχαν επανέλθει. Δεν ήταν σίγουρος αν όλα τα αυτά τα είδε στον ύπνο του, ή αν συνέ-βησαν πραγματικά. Ο Ήλιος σεργιανούσε σκυφτός και κουρασμένος στα σοκά-κια του ουρανού μέχρι που έστριψε στον ορίζοντα και χάθηκε αφήνοντας πίσω του κόκκινες ανταύγειες σκόνης. Πριν όμως εξαφανιστεί εντελώς, ο Ζωτρα πρόσεξε ότι τον κοίταξε και του έστειλε ένα χαμόγελο, όπως χαμογελάμε όταν μοι-ραζόμαστε μυστικά, όταν ακούμε κρυφές κουβέντες που δεν πρέπει ν΄ ακούσουμε κι όταν βλέπουμε εικόνες που δεν πρέπει να δούμε. Μόνο που ο Ήλιος τα βλέπει και τ΄ ακούει όλα, ακόμα κι αν δεν το θέλει. Κι ύστερα ήταν και η γλυκεία φωνή της γοργόνας που τραγουδούσε το τραγούδι για το τι δεν μπορεί να γίνει και για το τι δεν μπορεί να υπάρχει, όπως ο ερωτάς ενός ανθρώπου για μια γοργόνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου