Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

TAΞΙΔΙ Χ

΄΄Διάφορα απρόβλεπτα φυσικά φαινόμενα,
μας φέρνουν σε δύσκολη θέση.΄΄
Ντουγκ Μενχ

Όταν αποφασίσουμε να πάμε κάπου μακριά παίρνουμε κάποιο μεταφορικό μέσο. Για την δουλειά μας η για το σχολείο μπορούμε να πάρουμε ταξί η λεω-φορείο. Αν αποφασίσουμε να πάμε πιο μακριά πχ. στην Αγγλία η στην Ισπα-νία μπορούμε να πάρουμε τραίνο η αεροπλάνο η ακόμα και πλοίο. Όταν ό-μως θέλουμε να κάνουμε κάποιο δύσκολο και περιπετειώδες ταξίδι, διαλέγου-με κάποιο άλλο μεταφορικό μέσο. Αν ανατρέξουμε λίγο στην ιστορία θα ανα-καλύψουμε ήρωες που ταξίδεψαν με ασυνήθιστα μέσα, όπως:
ο Φρίξος και η Έλλη, καβάλα σένα κριάρι,
ο Ιωνάς, στη κοιλιά ενός κήτους,
ο Δαίδαλος, με τα φτερά που έφτιαξε μόνος του ,
η Ευρώπη, γαντζωμένη απ΄τα κέρατα ενός ταύρου,
ο Περσέας, όπως και ο Ερμής, με φτερωτά πέδιλα,
ο Μινχάουζεν, καβάλα σε μια βόμβα κανονιού,
ο Πινόκιο, στην κοιλιά μιας φάλαινας, ….κλπ. κλπ. κλπ.

Αυτά όμως τα μεταφορικά μέσα, όσο παράξενα και να είναι, αφορούν στην μετακίνηση στο χώρο.. Δηλ. κάποιος ξεκινάει από ένα μέρος για να πάει σ΄ ένα άλλο μέρος. Όσο κοντινό ή μακρινό, πιθανό ή απίθανο και να είναι αυτό το μέρος, το ταξίδι συμβαίνει πάντα στο παρόν, δηλ. ο χρόνος κυλάει κανονικά χωρίς διακοπές στη ροή του.
Υπάρχουν όμως και πιο περίεργα ταξίδια. Είναι τα ταξίδια που διακόπτουν το χρόνο. Τα ταξίδια που μας πάνε πίσω στο παρελθόν ή μας εκτοξεύουν στο μέλλον.
Όσο απίστευτο και να ακούγεται, δεν είναι λίγοι αυτοί που πραγματοποίησαν τέτοια ταξίδια. Σ΄ αυτές όμως τις περιπτώσεις, όλα τα ταξίδια έγιναν μ΄ ένα ει-δικό όχημα που λέγεται Χρονομηχανή. Υπάρχουν πολλών ειδών Χρονομηχανές και πιθανόν να κατασκευαστούν κι άλλες, αλλά ο Ζωτρά είχε μόνο το ποδήλατο του για να ταξιδεύει στο χώρο και ούτε που του πέρασε ποτέ από το μυαλό, ότι θα μπορούσε να κάνει ταξίδια στο χρόνo.
Αλλά υπάρχει κι η παντοδύναμη Μοίρα, και κανείς δεν ξέρει τι μας επιφυλάσσει η παντοδύναμη Μοίρα.

Ο Ήλιος ξύπνησε πάλι, έκανε το πρωινό του μπάνιο στη θάλασσα, ήπιε το κα-φεδάκι του κι αποφάσισε να αρχίσει ξανά την ημερήσια περιπολία του στον ουρανό. Η Σελήνη όμως, για κάποιο λόγο που δεν ξέρουμε ακόμα, τον περί-μενε αρνούμενη να φύγει. Έτσι Ήλιος και Σελήνη βρέθηκαν γι΄ ακόμη μια φορά μαζί στον ουρανό.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι έγινε στη χώρα του πράσινου πάρκου σ΄ αυτή τη περίπτωση, γιατί ο Ζωτρα ήδη ήταν πολλά ηλιόμετρα μακριά, αλλά αξίζει να δούμε τι έγινε στον ουρανό.
Η Σελήνη άρχισε να κινείται ανάποδα, προς τον Ήλιο δηλ., και ενώ όλα προ-μήνυαν μια μέρα γλυκιά και φωτεινή, άρχισε πάλι να σκοτεινιάζει αφού η Σελήνη σκέπαζε σιγά- σιγά τον Ήλιο και τον εμπόδιζε να δει τη γη και τους ανθρώπους. Κι όταν τον κάλυψε παντελώς ξαναγύρισε η νύχτα.

Το ποδήλατο όμως εξακολούθησε να τρέχει στο κέντρο του δρόμου που τον πλαισίωναν κι από τις δυο πλευρές τα άμορφα σκοτάδια του χαντακιού με το φανάρι του αναμμένο. Ο Ζωτρα βολεύτηκε καλύτερα στη σέλα του ποδηλάτου που κινούνταν πιστά και άψογα από κάτω του, με το κάθε μέρος του να λειτουργεί με ακρίβεια και τα ελαφρά ελατήρια της σέλας του να προσέχουν ιδιαίτερα το βάρος του στα σκαμπανεβάσματα που παραμόνευαν στο δρόμο. Περίεργα συναισθήματα ένιωθε ο Ζωτρα που έβλεπε έκλειψη του Ήλιου για πρώτη φορά στη ζωή του. Κι ενώ προσπαθούσε να ξεδιαλύνει τ΄ απροσδιόρι-στα συννεφάκια των εντυπώσεων του, μια μικρή αύρα άρχισε να φυσάει ξαφ-νικά και τους έσπρωχνε μαλακά προς τα μπρος κάνοντας τους να γλιστρούν, όχι μόνο μέσα στο χώρο, αλλά και μέσα στο χρόνο. Αυτή η σιγανή αύρα ήταν που έδιωξε και την Σελήνη μπροστά από τον Ήλιο που έστειλε τις ακτίνες του γι΄ ακόμα μια φορά να τυλίξουν με θαλπωρή τη γη και τους ανθρώπους.
Τι περίεργο όμως; όλα ήταν ασπρόμαυρα και δεν ακούγονταν κανένας ήχος, λες και κάποιος έκλεψε τους ήχους και τα χρώματα. Λέτε; Έχει γούστο!

Στη χώρα του Λαβύρινθου

‘’Η κούπα με το χρυσαφί
στην άκρη του ουράνιου τόξου
μου ανήκει.’’
Κουρτ Βόνεγκαρτ

Στη μακρινή εποχή, τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη ασπρόμαυρος και βουβός, δηλαδή με δυο λόγια, χωρίς χρώμα και χωρίς ήχο, υπήρχε ένα τέρας που το έλεγαν Ορυατώνιμ. Το τέρας αυτό κατοικούσε στο σκοτεινό και χαώδη Λαβύρινθο κι όποιος άνθρωπος έμπαινε εκεί μέσα χανόταν για πάντα.
Κανείς δεν ήξερε πως ήταν ο Λαβύρινθος από μέσα. Όλοι όμως ήταν σίγουροι πως τους ανθρώπους τους αφάνιζε ο Ορυατώνιμ. Κανείς όμως, δεν ήξερε πως ήταν ο Ορυατώνιμ, αφού κανένας από τους επισκέπτες του Λαβύρινθου δεν ξαναγύρισε ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, έλεγαν πως ο Ορυατώνιμ ήταν μισός άν-θρωπος και μισός ταύρος. Αλλά ποιος ξέρει; Για πολλά, μα πολλά χρόνια, κανένας δεν τολμούσε να πλησιάσει τον Λαβύρινθο, γιατί κανείς δεν ήθελε να χάσει τη ζωή του.
Ο βασιλιάς Σωνίμ είχε μόνο μια κόρη που την έλεγαν Ηνδάϊρα και ήθελε όπως κάθε πατέρας θέλει, να την παντρέψει μ’ ένα καλό παλικάρι, που γρήγο-ρα θα του χάριζε εγγόνια πολλά, αγόρια ή κορίτσια ή και τα δυο, αλλά πολλά, γιατί τότε οι άνθρωποι ήθελαν νά’ χουν πολλά παιδιά κι ο βασιλιάς Σωνίμ εί-χε μεγάλο καημό που απόκτησε μονάχα ένα παιδί, μια πανέμορφη κόρη, αλλά μονάχα μία, την Ηνδάϊρα.
Έστειλε λοιπόν, τους κήρυκες σ’ όλον τον κόσμο να διαδώσουν ότι ψάχνει γα-μπρό να παντρέψει την κόρη του. Φιλελεύθερος καθώς ήταν και μοντέρνος, δεν τον πείραζε αν ο γαμπρός δεν είναι από βασιλική γενιά, αρκεί να είναι νέος, τίμιος, ωραίος, έξυπνος, γενναίος, εύστροφος, μορφωμένος, με καλούς τρόπους, πλούσιος και εργατικός- γιατί δε σκόπευε να του δώσει το μισό βασί-λειό του για προίκα- ψηλός, ξανθός και με γαλανά μάτια.
Όπως βλέπετε, δε ζητούσε πολλά κι ήταν αρκετοί αυτοί που κατέφθαναν απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα, στο παλάτι του κάθε μέρα και ζητούσαν γονατι-στοί το χέρι της πανέμορφης κόρης του. Μόνο που η Ηνδάϊρα, για κάποιο λόγο που δεν κατάφεραν να μάθουν ακόμα οι ιστορικοί, δεν ήθελε να πα-ντρευτεί αμέσως και απαιτούσε από τους υποψήφιους γαμπρούς να σκοτώ-σουν πρώτα το τέρας Ορυατώνιμ που κατοικούσε στο σκοτεινό και χαώδη Λαβύρινθο.
Ποτέ ο Λαβύρινθος δεν είχε περισσότερους επισκέπτες εκείνη τη μακρινή επο-χή, που ο κόσμος ήταν ακόμα ασπρόμαυρος και βουβός, πριν απ’ την στιγμή που ο βασιλιάς Σωνίμ αποφάσισε να παντρέψει την πεντάμορφη κόρη του. Αλλά από τους επισκέπτες κανείς δεν επέστρεφε κι οι συγγενείς τους στην εί-σοδο του Λαβύρινθου μάταια περίμεναν την επιστροφή τους, ώσπου έβαζαν μαύρα και θρηνούσαν βουβά το χαμό των παλικαριών.
Όταν περνούσε ο Ζωτρά με το ποδήλατό του απ’ το παλάτι και πριν ακόμη μάθει πως ο Σωνίμ γυρεύει γαμπρό για τη μοναχοκόρη του, αντίκρισε τα με-γάλα μαύρα μάτια της Ηνδάϊρα και το αινιγματικό της χαμόγελο που θύμιζε Τζοκόντα. Η πανέμορφη κόρη καθόταν σ’ ένα ψηλό θρόνο στην αυλή του παλατιού όπου τα παλικάρια έκαναν ουρά για να ζητήσουν το χέρι της κι αυτή με νοήματα όλο χάρη τους έστελνε γενναιόδωρα στον Λαβύρινθο και στον Ορυατώνιμ για να σκοτώσουν ή να σκοτωθούν.
Κάποια στιγμή αυτά τα μεγάλα μαύρα μάτια τον κοίταξαν κι ήταν σαν …πως να το πω …κάτι σαν …και ο Ζωτρά παραλίγο να πέσει απ’ το ποδήλατο. Τε-λικά όμως δεν έπεσε, αλλά καθώς έγειρε παραστράτησε, βγήκε απ’ το δρόμο του και μπήκε στην αυλή. Με κόπο, μόλις που σταμάτησε μπρος στον ψηλό το θρόνο της βασιλοπούλας. Η Ηνδάϊρα τον κοιτούσε στα μάτια και με τη γνωστή της χάρη, αν και με κάποιο δισταγμό, ετούτη τη φορά, του έγνεψε να σκο-τώσει πρώτα τον Ορυατώνιμ. Αυτός την κοιτούσε μαγεμένος και ούτε που κα-τάλαβε πως βρέθηκε στη χούφτα του ένα κουβάρι.
Καθώς απομακρυνόταν με το ποδήλατό του, ο Ζωτρά, σφίγγοντας με το χέρι του το κουβάρι, είχε την αίσθηση ότι το αινιγματικό χαμόγελο της κόρης δεν ήταν και τόσο αινιγματικό κι ότι τα μάτια της, εκείνα τα μεγάλα μαύρα μάτια, τον ακολουθούσαν από κοντά όπως και η σκιά του.
Όπως ασφαλώς αντιλαμβάνεστε, όλα αυτά έγιναν γρήγορα και πριν προλάβουν τ’ άλλα παλικάρια να διαμαρτυρηθούν που ο Ζωτρά τους πήρε τη σειρά τους.
Για να φτάσει κανείς στο Λαβύρινθο δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Ήταν η μό-η διαδρομή όπου όλοι πήγαιναν και κανείς δεν επέστρεφε. Αυτόν τον δρόμο πήρε και ο Ζωτρά κι όταν έφτασε, προσπέρασε το μαυροφορεμένο πλήθος που κουνιόταν βουβά στο ρυθμό του πένθους σαν ένα μεγάλο μαύρο πουλί, άφησε το ποδήλατό του και μπήκε στο Λαβύρινθο. Πριν μπει όμως έδεσε την άκρη από το κουβάρι στην είσοδο. Κι ευτυχώς, γιατί με το που πέρασε το κατώφλι ένα λευκό φως τον τύφλωσε και δε μπορούσε πια να δει τίποτα. Περπατούσε στα τυφλά ακουμπώντας με το ένα χέρι του στον τοίχο ενώ με το άλλο ξετύλιγε προσεκτικά το κουβάρι του. Εκτός όμως από το φως, ένας φοβερός ήχος εισέ-βαλε στ’ αυτιά του κι όσο προχωρούσε ο ήχος δυνάμωνε, μέχρι που άρχισε να του πονάει το κεφάλι. Αυτός ο θόρυβος, που όμως δεν ήταν σαν τους θορύ-βους που κάνουν τα αυτοκίνητα ή το κομπρεσέρ της απέναντι πολυκατοικίας, ούτε όπως οι φωνές των φιλάθλων στο γήπεδο ή όπως ο θόρυβος ανθρώπων που καυγαδίζουν ή …ή …ή …αλλά όλοι αυτοί οι θόρυβοι μαζί, αν προσθέ-σουμε και τη μουσική και τις ομιλίες και το κλάμα και το γέλιο και τον ήχο από τα βήματα, το βουητό του ανέμου και το γουργούρισμα του νερού και ότι άλλο μπορεί να υπάρχει απ’ όσα μπορούμε να σκεφτούμε και να φανταστούμε και να επινοήσουμε.
Ήτανε όλα τόσο μπερδεμένα και δυσανάγνωστα που η σύγχυση είναι μια έν-νοια απλή. Είναι καλύτερα να μιλάμε για κομφούζιο ή για αλαλούμ ή εν πάση περιπτώσει για πολύ σαματά.
Ο Ζωτρά που έκλεισε τα μάτια για να προστατευτεί από το δυνατό λευκό φως που τον τύφλωνε, δεν ήξερε με ποιο τρόπο να κλείσει και τ’ αυτιά του, αφού και τα δυο του χέρια ήταν απασχολημένα. Με το ένα ξετύλιγε το κουβάρι του και με το άλλο ακουμπούσε στον τοίχο για να μπορεί να βαδίζει. Ευτυχώς που στο νου του και στην καρδιά του κατοικούσαν αυτά τα μεγάλα μαύρα μά-τια της Ηνδάϊρα κι αυτό ανακούφιζε λίγο το δυνατό πονοκέφαλο.
Μα καθώς προχωρούσε, διαπίστωσε ότι και στη διαδρομή του κάτι δεν πήγαινε καλά. Ότι κατέβαινε σκάλες που οδηγούσαν προς τα πάνω, ότι περνούσε δωμάτια που τα παράθυρα και τα μπαλκόνια έβλεπαν προς τα μέσα, ότι διά-δρομοι που στένευαν του άφηναν περισσότερο χώρο για να κινηθεί ενώ άλλοι διακόπτονταν ξαφνικά και αδικαιολόγητα από κάποιο τοίχο ή έστριβαν από-τομα προς τα πάνω για να τον οδηγήσουν πιο βαθιά σε σταυροδρόμια ανά-ποδα, σε κλειστές αλάνες και σε πλατείες υπαίθριες που δεν υπήρχαν. Μ’ άλλα λόγια, ο Λαβύρινθος ήταν το ίδιο μπερδεμένος όπως κι οι ήχοι, τόσο που ούτε κι αυτός που τον έφτιαξε, ο Δαίδαλος, δε μπόρεσε να τον ξεμπλέξει, γι’ αυτό και το έσκασε πετώντας όσο πιο μακριά μπορούσε. Κι ούτε που ξαναγύρισε.
Ο Ζωτρά το ήξερε, πως αυτός που τα μπερδεύει εξαφανίζεται και κάποιοι άλ-λοι πρέπει να τα ξεμπερδέψουν κι αυτό δεν είναι πάντα εύκολο όπως και σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση. Αυτά σκεφτόταν κι άλλα πολλά και το κε-φάλι του πονούσε από το θόρυβο και μαζί και τα μάτια του απ’ το φως κι έτσι ούτε που κατάλαβε πόσο περιπλανήθηκε σ’ αυτό το φοβερό μέρος. Το κουβάρι όμως που κρατούσε στο χέρι του όλο και μίκραινε και μίκραινε κι όταν επι-τέλους έφτασε στην έξοδο και ξαναβρέθηκε στον ασπρόμαυρο και βουβό κό-σμο, έμεινε μες στη χούφτα του μόνο μιαν άκρη, η άλλη άκρη.
Έκατσε κάτω κι έπιασε το κεφάλι του που κόντευε να σπάσει από τον πόνο κι άνοιξε σιγά-σιγά τα μάτια του που έτσουζαν και δάκρυζαν. Έμεινε για λίγο έκπληκτος γιατί η έξοδος ήταν η είσοδος. Δηλ. μπήκε και βγήκε από την ίδια πόρτα. Ύστερα είδε το πλήθος που έπαψε να θρηνεί, και τον κοιτούσε σαστι-σμένο αλλά χωρίς κανείς να τολμήσει να τον πλησιάσει. Ο Ζωτρά τότε σηκώθηκε με κόπο, έδεσε την άλλη άκρη απ’ το κουβάρι στο ποδήλατό του και ξεκί-νησε να ξαναβρεί τα μεγάλα μαύρα μάτια της πανέμορφης κόρης με το αινιγματικό χαμόγελο. Καθώς έσερνε την κλωστή με το ποδήλατό του, ο Λαβύριν-θος άρχισε να γκρεμίζεται και απ’ τις ρωγμές των τοίχων ξεπηδούσαν μικρές ποσότητες λευκού φωτός και θορύβου. Τότε ο κόσμος άρχισε να γίνεται σιγά-σιγά χρωματιστός και το κάθε τι ν’ αποκτάει το δικό του ήχο. Ήτανε μια μαγική στιγμή απ’ αυτές που δεν πιστεύουμε στα μάτια μας. Στα ερείπια του Λαβύρινθου οι συγγενείς έβρισκαν κουλουριασμένα τα χαμένα παλικάρια κι α-ντίθετα με το θρήνο τους που ήταν βουβός, τώρα η χαρά τους ήταν γεμάτη γέλια, επιφωνήματα, φιλιά και τραγούδια.
Μέχρι να γυρίσει ο Ζωτρά στο παλάτι ο κόσμος έγινε όμορφος, όχι όπως ήταν τότε, τη μακρινή εκείνη εποχή, αλλά ούτε κι όπως είναι τώρα με καυσαέρια, σπίτια από τσιμέντο και γκρίζους δρόμους. Έγινε όπως στα παραμύθια, όπως τον βλέπουμε στα όνειρά μας.
Η αυλή του παλατιού βούιζε από τις φωνές του πλήθους και στα μάγουλα της βασιλοπούλας απλώθηκε ένα κόκκινο χρώμα μόλις τον αντίκρισε. Και έσκυψε το βλέμμα.
Ο βασιλιάς διέταξε να γίνει ένα μεγάλο γλέντι, γιατί έτσι γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις της χαράς και της ευτυχίας. Στρώθηκαν δεκάδες τραπέζια από τους υπηρέτες και οι μάγειροι τα γέμισαν με κάθε λογής φαγητά και ροφήμα-τα. Μια μεγάλη ορχήστρα έπαιζε απαλή μουσική κι όλοι πήραν θέση ένα γύρο και περίμεναν την άφιξη του βασιλιά.
Οι σάλπιγγες ήχησαν και ο βασιλιάς πήρε τη θέση του στον κεντρικό θρόνο και δίπλα του η Ηνδάϊρα όμορφη όσο ποτέ. Τόσο όμορφη, που δεν υπήρχε ομορφότερη. Κι αφού έφαγαν, ο βασιλιάς διέταξε ησυχία και ζήτησε από τον Ζωτρά να εξιστορήσει καταλεπτώς την περιπέτειά του.
- Δεν υπήρχε κανένα τέρας που να το λένε Ορυατώνιμ ή νά’ χει κάποιο άλλο όνομα, μεγαλειότατε. Το τέρας ήταν το λευκό φως που τύφλωνε τους αν-θρώπους και το φοβερό μπέρδεμα των ήχων που τους τρέλαινε και τους κρατούσε χαμένους στα περίπλοκα περάσματα και τα πολύπλοκα μονοπά-τια του Λαβύρινθου. Όσο για την κόρη σου βασιλιά μου, την πεντάμορφη Ηνδάϊρα, που ομορφότερη δεν έχω δει ποτέ, δυστυχώς δε μπορώ να την πα-ντρευτώ γιατί δεν είμαι πλούσιος, ούτε ψηλός, ξανθός και με γαλανά μάτια, αλλά είμαι μικρός και στη μέση ενός μεγάλου ταξιδιού. Πρέπει να φτάσω στον ήλιο. Προτείνω να διαλέξει ένα από τα τόσα παλικάρια που έχουν έρθει εδώ για να ζητήσουν το χέρι της και σας εγγυώμαι ότι πουθενά αλλού δε θα βρείτε πιο γενναίους, έξυπνους και καλύτερους γαμπρούς.
Ο βασιλιάς τότε τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μέτωπο, του έδωσε την ευχή του για το ταξίδι του και διέταξε ν’ αρχίσουν οι χοροί.
Ο Ζωτρά χόρεψε πρώτος με την Ηνδάϊρα ως το τιμώμενο πρόσωπο. Αυτή όμως δεν τον κοιτούσε. Το χαμόγελό της είχε χαθεί από το πρόσωπό της κι απ’ τα μεγάλα μαύρα μάτια της κυλούσαν αργά δυο δάκρυα.
Το γλέντι κράτησε όλη τη νύχτα, όπως και κάθε γλέντι που σέβεται τον εαυτό του, μέχρι που ξύπνησε ο Ήλιος, που δεν μπορούσε να κοιμηθεί άλλο από τη φασαρία και τις μουσικές. Φόρεσε την πιο φωτεινή φορεσιά του και κόκκινος από συστολή ζήτησε, για ακόμα μια φορά, την κατάλευκη Αυγή σε χορό. Η Αυγή που έμοιαζε με όμορφη γυναίκα, σηκώθηκε όλο ναζί από τον καναπέ της θάλασσας και φώλιασε μ΄ εμπιστοσύνη στην ζεστή αγκαλιά του. Η σάρκα της ήταν απαλή σαν το κεχριμπαρένιο φως και τα σύννεφα περιδέραια στις λυτές και ανακατωμένες μπούκλες των μαλλιών της, χρυσόξανθες από το φως του πρωινού Ήλιου.
Ξημέρωνε. Και στο βάθος του ορίζοντα φάνηκε για πρώτη φορά το πολύχρωμο ουράνιο τόξο.
Όλα, εκείνη τη μέρα, θύμιζαν μια γιορτή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου