ΙΣΤΟΡΙΕΣ και ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ για ΠΑΙΔΙΑ και για ΜΕΓΑΛΟΥΣ / ΚΙΝΟΥΜΕΝΑ ΣΧΕΔΙΑ και ΒΙΝΤΕΟ / ΚΕΙΜΕΝΑ και ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ/ Η ιστορία της παιδικής λογοτεχνίας ξεκίνησε τον 18ο αιώνα όταν αναγνωρίστηκε η παιδική ιδιαιτερότητα με το κίνημα του Διαφωτισμού ( Ρουσσώ - Αιμίλιος )
Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012
Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012
Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012
Λούκυ Λουκ - Η μπαλάντα των Ντάλτον
Η δεύτερη ταινία κινουμένων σχεδίων του Λούκυ Λουκ, παραγωγής 1978, με τη μεταγλώττιση της βιντεοκασέτας! Credits για τον ελληνικό ήχο:
Xanatos από retrocartoonsgreek.omgforum.net
Ετικέτες
ΚΙΝΟΥΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΟ,
ΛΟΥΚΙ ΛΟΥΚ
Χριστούγενα με τον Woody τον τρυποκάρυδο
Διάρκεια: 60 λεπτά
Έτος: 1999
Γλώσσα: Αγγλικά
Σηνοθεσία: Αλαν Ζασλοβ
Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011
Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011
Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011
Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011
Charlie The Chipmunk - Vancouver Film School
Created by Vancouver Film School student Bob Wijgman through the VFS 3D Animation & Visual Effects program.
Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011
Η ΜΙΚΡΗ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΑ
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια μικρή κόκκινη κλώσα, που σκάλιζε το χώμα
στη φάρμα που ζούσε, μέχρι που ανακάλυψε μερικούς σπόρους σιταριού. Φώναξε τότε
τους γείτονές της και τους είπε 'Αν φυτέψουμε αυτούς τους σπόρους, θα μπορέσουμε
να έχουμε ψωμί να φάμε. Ποιος θα με βοηθήσει στο όργωμα και στο φύτεμα;' ρώτησε η μικρή κόκκινη κλώσα.
'Όχι εγώ', είπε η αγελάδα, 'τέλειωσε το ωράριο μου'.
'Όχι εγώ', είπε η πάπια, 'σήμερα έχω ημιαργία'.
'Όχι εγώ', είπε το γουρούνι, 'έχω πάρει άδεια αιμοδοσίας'.
'Όχι εγώ', είπε η χήνα, 'ψάχνω για δουλειά'.
'Θα το κάνω τότε μόνη μου', είπε η μικρή κόκκινη κλώσα. Κι έτσι κι έκανε.
Όργωσε το χωράφι, φύτεψε τους σπόρους, πότισε το χωράφι, το σιτάρι ψήλωσε κι
ωρίμασε, που έγινε ψηλό και ολόχρυσο. 'Ποιος θα με βοηθήσει να θερίσω το
σιτάρι;' ρώτησε τότε η μικρή κόκκινη
κλώσα.
'Όχι εγώ', είπε η πάπια, 'σήμερα κάνω στάση εργασίας.'
'Όχι εγώ, είναι εκτός της ειδικότητας μου', είπε το γουρούνι.
'Όχι εγώ, θα χάσω την αρχαιότητά μου', είπε η αγελάδα.
'Όχι εγώ, θα χάσω το επίδομα ανεργίας', είπε η χήνα.
'Θα το κάνω τότε μόνη μου', είπε η μικρή κόκκινη κλώσα. Κι έτσι κι έκανε.
Θέρισε το σιτάρι, έφτιαξε το αλεύρι και έφτασε επιτέλους η ώρα να φτιαχτεί το
ψωμί. 'Ποιος θα με βοηθήσει να ζυμώσω το ψωμί;' ρώτησε η μικρή κόκκινη κλώσα.
'Όχι εγώ, θα ήταν υπερωρία αν σε βοηθούσα', είπε η αγελάδα.
'Όχι εγώ, θα έχανα το επίδομα της έγκαιρης προσέλευσης', είπε η πάπια.
'Όχι εγώ, θα έχανα το επίδομα ωρίμανσης, είπε το γουρούνι.
'Όχι εγώ, θα ήτανε ρατσιστικό να ήμουν εγώ η μόνος βοηθός', είπε η χήνα.
'Θα το κάνω τότε μόνη μου', είπε η μικρή κόκκινη κλώσα. Ζύμωσε κι έψησε
πέντε φρατζόλες. Μύρισε όμορφα το φρεσκοψημένο ψωμί, σε όλη η φάρμα και τότε
μαζεύτηκαν όλα τα ζώα. Όλα θέλανε - για την ακρίβεια απαιτούσανε -, μερίδιο απ'
το ψωμί. Αλλά η μικρή κόκκινη κλώσα είπε, 'Όχι, μπορώ να φάω και τις πέντε
φρατζόλες μοναχή μου'.
'Αίσχος - Κερδοσκοπία!', φώναξε η αγελάδα.
'Καπιταλιστική βδέλλα!', ούρλιαξε η πάπια.
'Απαιτώ ίσα δικαιώματα!', διαμαρτυρήθηκε η χήνα.
Και το γουρούνι, απλώς γρύλισε, καθώς βαρέθηκε να κάνει κάτι παραπάνω.
Και γράψανε σε πλακάτ 'Αδικία', 'Η μικρή κόκκινη κλώσα να φορολογηθεί', 'Να
κρατικοποιηθεί το ψωμί', 'Τα πεινασμένα ζώα έχουν δίκιο', 'Νόμος είναι το δίκιο
του γουρουνιού' και κάνανε πορεία γύρω - γύρω από τη μικρή κόκκινη κλώσα
φωνάζοντας διάφορα συνθήματα.
Τότε ήρθε ο αντιπρόσωπος της κυβέρνησης και είπε στη μικρή κόκκινη κλώσα.
'Δε πρέπει να είσαι τόσο άπληστη, δεν μπορείς να το φας μόνη σου'.
'Μα εγώ δούλεψα μόνη μου, για να φτιαχτεί αυτό το ψωμί, κανένας άλλος δεν
με βοήθησε', είπε η μικρή κόκκινη κλώσα. 'Ολομόναχη μου, τα έκανα όλα.'
'Ακριβώς', είπε ο αντιπρόσωπος της κυβέρνησης. 'Αυτή είναι η ομορφιά της
ελεύθερης αγοράς. Καθένας μπορεί να δουλεύει όσο θέλει. Αλλά, με τους
σύγχρονους κρατικούς κανονισμούς, το ψωμί θα πρέπει να μοιραστεί σε όλα τα ζώα
και η εσύ μικρή κόκκινη κλώσα, θα πρέπει να δώσεις φόρο την μισή φρατζόλα
ψωμιού στο κράτος, να πληρώσεις ακόμα φόρο ακίνητης περιουσίας για το χωράφι
που όργωσες, να πληρώσεις για να δημοσιεύσεις στις εφημερίδες φωτογραφίες του
ψωμιού που έψησες και να πληρώσεις εισφορές στα ταμεία των αγροτών, των
μυλωνάδων και αρτοποιών, οπότε θα σου μείνει το ένα τέταρτο της φρατζόλας. Τι
νομίζεις δηλαδή, ότι εσύ θα τρως και οι άλλοι θα πεινάνε;'
Και έζησε η μικρή κόκκινη κλώσα καλά -με το ένα τέταρτο της φρατζόλας-, και
τα υπόλοιπα ζώα -με τις ολόκληρες φρατζόλες- ακόμα καλύτερα. Κι από τότε, η
μικρή κόκκινη κλώσα σταμάτησε να φτιάχνει το ψωμί της σε αυτήν τη φάρμα και πήγαινε σε άλλη φάρμα. Οι γείτονές της όμως, η
πάπια, η αγελάδα, το γουρούνι και η χήνα αναρωτιόνται ακόμα μέχρι σήμερα γιατί
η μικρή κόκκινη κλώσα δεν έφτιαξε ποτέ ξανά άλλο ψωμί.
(Παραλλαγή του αγγλικού παιδικού
παραμυθιού : "The little red hen.")
Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011
Marc Сhagall Passion / Strasty po Shagalu (Part 1)
Cartoon Film about life and creative work of the great russian artist Marc Chagall. OST is Folk Jewish Music by Kristall-Balalayka Folk Band. For more info, audio and videos:
Marc Сhagall Passion / Strasty po Shagalu (Part 2)
Marc Chagall was born in 1887 to a poor Jewish family in Russia. He was the eldest of nine children. Chagall began to display his artistic talent while studying at a secular Russian school, and despite his father's disapproval, in 1907 he began studying art with Leon Bakst in St. Petersburg. It was at this time that his distinct style that we recognize today began to emerge. As his paintings began to center on images from his childhood, the focus that would guide his artistic motivation for the rest of his life came to fruition.
In 1910, Chagall, moved to Paris for four years. It was during this period that he painted some of his most famous paintings of the Jewish village, and developed the features that became recognizable trademarks of his art. Strong and bright colors began to portray the world in a dreamlike state. Fantasy, nostalgia, and religion began to fuse together to create otherworldly images...
Chagall received many prizes and much recognition for his work. He was also one of very few artists to exhibit work at the Louvre in their lifetime.
Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011
Tο μικρό γκρίζο κορίτσι στον φουξορόζ κόσμο (Amelie Law)
Στη χώρα του φουξορόζ, την Φουξοροζάρια, κάποια Ροζευή σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο στο Ροζουλοκομείο «Ο Άγιος Ρόζος», γεννήθηκε ένα μικρό κορίτσι. Σε αυτή τη χώρα όλα τα μωρά γεννιόντουσαν στο σκοτάδι διότι το φως ξεθώριαζε το υπέροχο φουξορόζ χρώμα που έτρεμε ακόμα και κυλούσε πάνω στο ευαίσθητο δέρμα τους.
Όταν, μετά από δέκα μέρες, το φουξορόζ δέρμα γυάλιζε κι
έλαμπε, οι γονείς έπαιρναν τα αστραφτερά χρωματιστά μωρά τους στο σπίτι όπου
στήνονταν μεγάλες γιορτές που συνήθως διαρκούσαν επτά μέρες και επτά νύχτες.
Η γέννηση ενός παιδιού στην Φουξοροζάρια ήταν μεγάλο
γεγονός αφού κάθε ζευγάρι είχε δικαίωμα να αποκτήσει μόνο ένα παιδί. Βάσει
νόμου! Αν κάποιο ζευγάρι δεν υπάκουε στον ένα νόμο, η τιμωρία ήταν σκληρή:
εξοριζόταν στη διπλανή χώρα του μαύρου και άραχνου, την Μαυρονία.
Στη Μαυρονία χρησιμοποιούσαν τους εξόριστους Φουξοροζίτες
για λαμπατέρ. Ζωή κι αυτή! Να στέκεσαι ολημερίς και ολονυχτίς μές τα μαύρα
σκοτάδια σφίγγοντας την κοιλιά σου για να βγάζεις ροζ φως… Δύσκολη αποστολή!
Έτσι, όλα τα ζευγάρια συμμορφώνονταν στον ένα νόμο και γεννούσαν μόνο
ένα παιδί που το υποδέχονταν με μεγάλη χαρά και αγαλλίαση. Κανένας δεν ρωτούσε
γιατί επιβλήθηκε αυτός ο νόμος, κανένας δεν έψαξε την απαρχή του. Είχαν ξεχάσει
προ πολλού πώς είναι να αναρωτιέσαι.
Δέκα μέρες πέρασαν από τη γέννηση του μικρού κοριτσιού. Όταν οι γονείς
του πήγαν στο ροζουλοκομείο να παραλάβουν το παιδί τους, αντίκρυσαν παγωμένους
φουξοροζάνθρωπους να τους κοιτούν μαγκωμένοι: τις νοσοκόμες, τους γιατρούς, τις
τηλεφωνήτριες στην υποδοχή. Αντάλλαξαν ματιές αγωνίας καθώς κατάλαβαν ότι κάτι
κακό είχε συμβεί!
Ένας γιατρός τους πλησίασε «Ας περάσουμε στο γραφείο. Πρέπει
να μιλήσουμε». Προχώρησαν με ξυλιασμένα βήματα νιώθοντας το πάτωμα να μπαίνει
μέσα στα παπούτσια τους λες και περπατούσαν πάνω σε καρφιά.
Στο γραφείο πια, ο γιατρός τους
τρυπούσε με τη ματιά του: Το παιδί που γέννησαν είχε τεράστια γενετική
ανωμαλία. Το παιδί ήταν γκρίζο! Γεννήθηκε ένα γκρίζο κορίτσι στη Φουξοροζάρια! Καταστροφή
και όλεθρος!
Οι γονείς του κοριτσιού κράτησαν τις ανάσες τους όταν άκουσαν το κλακ
του πόμολου και ένιωσαν την παρουσία των αξιωματικών Φουξοτάξης &
Ροζοχαράς.
Οι αξιωματικοί στάθηκαν μπροστά στο γραφείο του γιατρού
ίσιοι και αυστηροί. Το φως του δέρματός τους είχε κίτρινες και πορτοκαλί
ανταύγειες αποτέλεσμα χρόνιων επεμβάσεων και φαρμακευτικών αγωγών για να
ενσωματωθούν στα όργανα Φουξοτάξης & Ροζοχαράς.
«Λοιπόν κύριε Ροζίτη; Τι συνέβη εδώ;» μούγκρισε ο πιο
ψηλός «παραβήκατε τον νόμο. Τον ένα νόμο».
Ο πατέρας του γκρίζου κοριτσιού μαζεύτηκε, προσπαθώντας να δίνει
μικρότερο στόχο «Δεν το ξέραμε, δεν το ξέραμε» ψέλλισε «δεν το φανταστήκαμε».
«Ο νόμος είναι σαφής κύριε Ροζίτη. Ο νόμος είναι ένας. Ο
πληθυσμός δικαιούται ένα παιδί. ΈΝΑ! Χάσατε το πρώτο σας παιδί κύριε Ροζίτη και
το κρύψατε από τα όργανα. Δεν είχατε δικαίωμα να προσπαθήσετε ξανά».
«Μα, μα δεν ξέραμε ότι υπήρχε κίνδυνος να γεννηθεί γκρίζο παιδί! Δεν
μας το είπε κανείς…»
«Ο ρόλος σας είναι να υπακούτε κύριε Ροζίτη. Να υπακούτε! Η
Φουξοροζάρια και τα όργανα της Φουξοτάξης & Ροζοχαράς δεν είχαν καμιά
υποχρέωση να σας ενημερώσουν! Οι νόμοι υπάρχουν για να τους υπακούτε! Οι
άριστοι πολίτες πρέπει να υπακούν χωρίς να αναρωτιούνται! Αλίμονο αν σας δίναμε
το περιθώριο να αναρωτιέστε!»
Ο πατέρας του γκρίζου κοριτσιού έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε κλεφτά τη
γυναίκα του που ανάσαινε κλεφτά. Το βλέμμα της είχε χαθεί στον πίνακα που
απεικόνιζε μια ροζ ανατολή πίσω από την πλάτη του γιατρού.
Περίμενε τα επόμενα βέβαια λόγια του αξιωματικού «Πρέπει
να μας ακολουθήσετε. Κύριέ μου, Κυρία μου…» έκανε ο αξιωματικός νεύμα να
σηκωθούν και με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού χαιρέτησε το γιατρό.
Η γυναίκα σκέφτηκε ότι ήταν ανώφελο
να ρωτήσει τι θα απογίνει το παιδί, σηκώθηκε με κόπο και χωρίς να κοιτάξει πίσω
της βγήκε από το γραφείο.
Την επόμενη μέρα το ζευγάρι φώτιζε τη χώρα των Μαύρων και
το γκρίζο κορίτσι αφού σβήστηκε από τα κατάστιχα του Ροζουλοκομείου, φορτώθηκε
σ’ ένα παρδαλό αυτοκίνητο προς το Γκρίδρυμα. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Ο Ένας
Νόμος είχε τηρηθεί για άλλη μια φορά.
Το Γκρίδρυμα ήταν ένα μεγάλο κτίριο που περιβαλλόταν από
έναν πανύψηλο τοίχο γεμάτο σύρματα και σπασμένα γυαλιά. Εκεί μαντρώνονταν τα
γκρίζα παιδιά, τα γκριπαίδια όπως τα αποκαλούσαν, αυτά που είχαν γεννηθεί «κατά
λάθος» από γονείς που είχαν αψηφήσει ή παρερμηνεύσει τον Ένα Νόμο.
Τα γκριπαίδια μεγάλωναν χωρίς να ξέρουν ότι έξω από τον
μεγάλο τοίχο υπήρχε μια μεγάλη χώρα και παραδίπλα μια άλλη και μια άλλη και μια
άλλη.
Ονόματα δεν είχαν. Ούτε καν νούμερα. Τους έδιναν έναν
κωδικό που αντιστοιχούσε στην πτέρυγα του Γκριδρύματος στην οποία ζούσαν. GR1A, GR1B, GR3854C και πάει λέγοντας. Τα γκριπαίδια όταν άκουγαν τον κωδικό τους γυρνούσαν
όλα μαζί και υπάκουαν ομαδικά στις εντολές.
Η λέξη «όχι» ήταν απαγορευμένη. Το ίδιο και η λέξη «δεν»
και η λέξη «εγώ» και η λέξη «θέλω». Τα γκριπαίδια μιλούσαν μια γλώσσα που είχε
μόνο «ναι» και «εμείς». Απομονωμένα από τον έξω κόσμο, χωρίς όνομα ή ταυτότητα,
αναπτύσσονταν στο τσαμπί τους ομοιόμορφα σα να ήταν σταφύλια ή ντοματάκια
τσέρυ, έλεγαν πάντα «ναι» και «μάλιστα κύριε» και μόλις έκλειναν τα δώδεκα και
ήταν αρκετά δυνατά για να δουλέψουν, μεταφέρονταν στο γκρικτίριο δίπλα στο
Ροζυχείο.
Στο Ροζυχείο οι μέρες
ξεκινούσαν αξημέρωτα κάτω από κίτρινα ασθενικά φώτα. Τα γκριπαίδια με τη
συνοδεία Φυλάκων της Φουξοτάξης & Ροζοχαράς, ντυμένα με τις πλαστικές
λαχανί στολές που ανακλούσαν το φως ακόμα και στο πιο βαθύ σκοτάδι, έμπαιναν
στα λαγούμια για να βγουν αργά το απόγευμα.
Η δουλειά ήταν σκληρή και πολλές ήταν οι φορές που κάποιο
γκριπαίδι έπεφτε και δεν ξανασηκωνόταν. Από το ξημέρωμα μέχρι αργά το βράδυ
έσκαβαν και στοίβαζαν το Ροζάνιο, το απαραίτητο στοιχείο για την επιβίωση των
κατοίκων της χώρας. Ένα απολύτως τοξικό ορυκτό για όλους τους ανθρώπους με το
λαμπερό δέρμα αλλά παράλληλα αναγκαίο για τη διατήρηση του υπέροχου χρώματός
τους.
Οι Ροζάνθρωποι γνώριζαν ότι αν άγγιζαν το ορυκτό στην
ακατέργαστη μορφή του σταδιακά θα μεταλλάσσονταν σε Μαυρανθρώπους και θα έπρεπε να εξοριστούν από
την Φουξοροζάρια. Έτσι, χρησιμοποιούσαν τα γκριπαίδια για την εξόρυξή του στο
Ροζυχείο.
Το ακατέργαστο υλικό μεταφέρονταν
υπογείως με βαγονέτα στο ΕΕΡ όπου μετά από επεξεργασία γίνονταν μικρά φουξορόζ
χάπια που γέμιζαν τα ράφια των ροζφακείων και καταναλώνονταν σε τεράστιες
ποσότητες από τους κατοίκους της χώρας.
Οι μέρες και οι νύχτες εναλλάσσονταν.
Μέρα, νύχτα, μέρα, νύχτα. Ξύπνημα, πλύσιμο, ντύσιμο, στοίχιση, περπάτημα,
δουλειά, ναι, αμέσως, βεβαίως, μάλιστα, φαγητό, δουλειά, ναι, ναι, ναι,
κουδούνι, περπάτημα, φαγητό, ύπνος. Ναι. Ναι. Ναι.
Μην αναρωτιέσαι αν τα γκριπαίδια ήταν χαρούμενα. Ήταν σχεδόν
ευτυχισμένα. Δεν ήξεραν να είναι δυστυχισμένα. Δεν ήξεραν να είναι λυπημένα.
Ήξεραν να είναι γκριπαίδια: ατυχήματα, παρεκτροπές, η νότα που κατάστρεφε τον
τέλειο κόσμο των φουξορόζ ανθρώπων που δεν τον ήξεραν, άρα δεν υπήρχε.
Το γκριπαίδι που γεννήθηκε από τον κύριο και την κυρία
Ροζίτη άκουγε στο όνομα GR8457D. Στα δεκατέσσερά του είχε ένα βαθύ
γκρίζο χρώμα, γκρίζα μάτια και γκρίζα καρδιά. Ξυπνούσε το πρωί, περπατούσε,
έσκαβε, έτρωγε, ξαναέσκαβε, περπατούσε και κοιμόταν, χωρίς να αναρωτιέται,
χωρίς να απορεί. Ήταν ένα τυπικό γκριπαίδι.
Ένα πρωινό, μεσημέρι ή απόγευμα δεν έχει σημασία, σκάβοντας μέσα στο
Ροζυχείο, βρήκε ένα μικρό κουτί, ένα τόσο δα κουτί που στραφτάλιζε με ένα
παράξενο πορτοκαλοκίτρινο χρώμα που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί. Σε μια μικρή
μετέωρη στιγμή η GR8457D, έκρυψε το κουτί
κάτω από την πράσινη λαχανί φόρμα και συνέχισε να σκάβει. Δεν ξέρουμε ακόμα τι
ήταν αυτό που την έκανε να μην δώσει το κουτί στον ομαδάρχη και να συνεχίσει τη
δουλειά της. Ίσως το χρώμα, ίσως το σχήμα του, ίσως η παράξενη λέξη που έβλεπε
πάνω του. «Όχι». Τι σήμαινε «όχι» άραγε;
Το βράδυ, κάτω από την γκρίζα κουβέρτα της προσπάθησε να ανοίξει το
κουτί. Στην αριστερή γωνία του είχε ένα μικρό εξόγκωμα που όταν το πάτησε έκανε
κλακ. Το κουτί περιείχε ένα μικρό βιβλίο, με μια σημείωση στην πρώτη του
σελίδα. «Σε σένα, που θα αλλάξεις τον κόσμο».
Το μικρό κορίτσι άρχισε να διαβάζει
με κόπο καθώς το μόνο φως στον κοιτώνα ήταν ένα ασθενικό γκρίζο φως που έβγαινε
από το ταβάνι. Μπροστά της έκαναν παρέλαση, ταόχι, τα ίσως, τα εγώ, τα πιθανόν, τα αλλά. Πόσα αλλάείχε τούτο το βιβλίο που έμοιαζε να γράφτηκε μόνο
και μόνο για να αποσυνθέσει τον Φουξορόζ κόσμο!
Το κεφάλι του μικρού γκρίζου κοριτσιού θα έσπαγε σε πολλά
πολλά μικρά γκρίζα κομμάτια αν δεν άκουγε το εγερτήριο και τις φωνές των
ομαδαρχών. «Εμείς ξυπνάμε τώρα, εμείς δουλεύουμε, εμείς είμαστε καλά, εμείς
είμαστε παραγωγικοί, εμείς προσφέρουμε, εμείς έχουμε αποτελέσματα, εμείς,
εμείς, εμείς…»
Έκρυψε το κουτί με το μικρό βιβλίο
κάτω από την πράσινη λαχανί στολή νιώθοντας τη μεταλλική επιφάνεια να της
ζεσταίνει παράδοξα το δέρμα. Σηκώθηκε, πλύθηκε γρήγορα, συντάχθηκε και
περπάτησε προς το Ροζυχείο όπως κάθε μέρα.
Στο δρόμο άκουγε τα βήματά της,
κλατς κλατς. Κοίταξε κάτω παραξενεμένη. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Κι όμως άκουγε
το δικό της κλατς κλατς. Ο βηματισμός της διπλανής της έκανε κλατς και κλουτς. Και
το γκριπαίδι πίσω της έκανε κλατς κλουτς χρουτς, σε κάθε βήμα. Σα να έσερνε το πόδι, σαν να ήταν κουρασμένο. Ποτέ πριν δεν είχε ξανακούσει τα
διαφορετικά βήματα των συγκατοίκων της. Πάντα άκουγε ντουπ ντουπ ντουπ και
κοίταζε ευθεία μπροστά. Ευθεία μπροστά, όπως της είχαν μάθει.
Χαμογέλασε μέσα από τα χείλη της και με το κορμί ίσιο,
έριξε μια πλάγια ματιά προς τον ήλιο που έσκαγε πίσω από το Ροζυχείο.
«Εγώ περπατάω διαφορετικά, εσύ περπατάς διαφορετικά,
εμείς περπατάμε όλοι μαζί χωρίς να ξέρουμε γιατί. Εγώ περπατάω διαφορετικά, εσύ
περπατάς διαφορετικά, γιατί περπατάμε όλοι μαζί; Εγώ περπατάω διαφορετικά, εσύ
περπατάς διαφορετικά, ποιος είναι αυτός που μου λέει τι να κάνω;»
Μια καινούρια παράξενη μέρα ξημέρωνε στη Φουξοροζάρια.
Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











