Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Η πηγή μέσα……… στο δάσος (by Apolonia)



Προχώρησα κι άλλο μέσα στο δάσος. Η φυλλωσιά των δέντρων ήταν πυκνή. Τόσο πυκνή που δυσκολευόμουν να διακρίνω αν είναι μέρα ή νύχτα, αλλά το κελάηδημα των πουλιών με διαβεβαίωνε πως ήταν μέρα. Έφτασα μπροστά σε κάτι καλαμιές που μου έκλειναν το δρόμο. «Άλλο ένα εμπόδιο» σκέφτηκα. Άπλωσα το χέρι και ετοιμάστηκα να βάλω όλη τη δύναμή μου για να τις κάνω στην άκρη. Δε χρειάστηκε. Μόλις τις άγγιξα, οι καλαμιές άνοιξαν με απρόσμενη ευκολία, σαν να βρίσκονταν εκεί γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο! Σαν να αποζητούσαν το χέρι που θα απλωθεί, το χέρι που θα τολμήσει να τις παραμερίσει. Κι εκείνες, αμέσως, θα υποκλίνονταν με σεβασμό στο μεγαλείο του μυαλού που αφέντευε αυτό το χέρι.Τότε ήταν που την είδα! Εκεί, κάτω από τη σκιά ενός βράχου.

Μια μικρή πηγή. Ήταν τόσο μικρή που παραλίγο να μη την προσέξω. Ανάβλυζε όμως καθαρό, δροσερό, κρυστάλλινο νερό! Πήγα κοντά κι έριξα λίγο στο πρόσωπό μου. Στη συνέχεια, γέμισα τις χούφτες μου με νερό και ήπια! Ήπια! Σχεδόν με βουλιμία! Το λαρύγγι μου άνοιγε με λαχτάρα και κατάπινε τεράστιες γουλιές νερό.
Όταν ξεδίψασα πια, κάθισα κάτω, ακούμπησα στο βραχάκι κι αποκοιμήθηκα.
-Τι κάνεις εσύ εδώ; Με ξύπνησε μια εριστική φωνή, ούτε που ξέρω πόση ώρα μετά. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα ένα κοριτσάκι με ξανθές μπούκλες και ολόχρυσο φόρεμα. Δεν πρόλαβα να απαντήσω, κι εκείνο μου ξαναμίλησε.
-Δική σου είναι αυτή η πηγή;
Έγνεψα καταφατικά.
-Πόσο την πουλάς;
Γούρλωσα τα μάτια. Ομολογώ πως δεν περίμενα τέτοια ερώτηση.
-Δε… δεν είναι για πούλημα, της απάντησα. Αν διψάς όμως μπορείς να πιεις όσο νερό θες!
-Όχι! Χρειάζομαι απαραιτήτως τη δική μου πηγή! είπε κακομαθημένα.
Δεν ήξερα τι να της απαντήσω…
-Έμαθα πως υπάρχει ένας θαυματοποιός εδώ πιο πάνω, στο βουνό. Λένε πως φτιάχνει τεχνητές πηγές. Βέβαια δεν είναι σαν τις αυθεντικές, αλλά άμα τον καλοπληρώσεις θα σου φτιάξει νερό που δε θα ξεχωρίζεις αν είναι αληθινό ή ψεύτικο. Δηλαδή εσύ θα ξέρεις τι είναι, αλλά ο κόσμος…
Ο κόσμος… Τι εννοούσε; Γιατί να φτιάξεις ψεύτικο νερό μόνο και μόνο για να το θεωρήσει ο κόσμος αληθινό;
-Τέλος πάντων, εσύ τι σκοπεύεις να την κάνεις την πηγή σου; Η φωνή της είχε γλυκάνει κάπως. Παρέμενε αποφασιστική, αλλά δεν ήταν τόσο εκνευριστική πια.
-Τίποτε, είπα αποφασιστικά. Ήταν η μόνη απάντηση που γνώριζα και την έδωσα με σιγουριά! Δυο ώρες μετά βέβαια, θα το ξανασκεφτόμουν…
-Θες να έρθεις μαζί μου; Λένε πως είναι σοφός αυτός ο θαυματοποιός! Θα σου αρέσει, μου πρότεινε η Χρυσομαλλούσα κι έτσι σηκώθηκα και την ακολούθησα. Λίγο πριν χαθεί από τα μάτια μας η πηγή μου, γύρισα και την ξανακοίταξα. Με το μυαλό μου φωτογράφισα το ακριβές σημείο που βρισκόταν! Ε, μπορεί να μην ήξερα τι θα την κάνω, δεν ήθελα όμως να τη χάσω και τελείως!
Προχωρήσαμε μέσα στη ζέστη. Αρχίσαμε να ιδρώνουμε. Τότε θυμήθηκα ότι ξέχασα να γεμίσω το παγούρι μου με λίγο από το νερό της πηγής μου. Τι βλακεία! Θα ξεδιψούσα στο πι και φι…
Στην κορυφή του βουνού, διακρίναμε τη σκεπή μιας καλύβας. Δε φαινόταν καλά από το σημείο που βρισκόμασταν αλλά η Χρυσομαλλούσα ήταν βέβαιη πως αυτή ήταν η καλύβα του Θαυματοποιού! Έσκυψα υπομονετικά το κεφάλι και την ακολούθησα. Είχα απορροφηθεί να κοιτάζω τις σκονισμένες μύτες των παπουτσιών μου όταν έκανε πάλι την εμφάνισή της εκείνη η εριστική φωνή που με είχε ξυπνήσει.
-Ωχ! Άντε πάλι με αυτές τις καλαμιές! Πώς θα περάσουμε τώρα;
Σήκωσα το βλέμμα μου και κοίταξα αποσβολωμένος μια εκείνη και μια τις καλαμιές. Αφού παράστησα το εκκρεμές για κάμποσα λεπτά, μετά τη ρώτησα:
-Μα και πριν είχε καλαμιές! Πώς έφτασες στην πηγή; Δεν μπορεί να μην τις είδες!
-Φυσικά και τις είδα, αλλά δε χρειάστηκε να τις περάσω! Πήγα πλαγίως!!!
-Πλαγίως;;; Επανέλαβα σαν αυτιστικό.
-Γιατί εσύ πώς πέρασες; μου αντιγύρισε εκείνη με δυσπιστία.
-Είναι τόσο απλό, της είπα. Δε χρειάστηκε να εξηγήσω τίποτε παραπάνω. Άπλωσα το χέρι μου και οι καλαμιές υποκλίθηκαν πάλι και άνοιξαν ένα μικρό δρομάκι να περάσουμε. Μικρό αλλά όσο ακριβώς χρειαζόμασταν!

Προχωρήσαμε. Φτάνοντας στην κορυφή του βουνού, δεν πίστευα αυτό που έβλεπα στα μάτια μου!
Η καλύβα του Θαυματοποιού δεν πατούσε στο έδαφος! Αιωρούταν στον αέρα μέσα σε μια τεράστια διάφανη φουσκάλα. Μου θύμισε τις φυσαλίδες που φτιάχναμε παιδιά όταν φυσούσαμε με μανία τη σαπουνάδα μέσα από εκείνο το πλαστικό δαχτυλιδάκι. Πλησιάσαμε τόσο κοντά στη… «σαπουνόφουσκα» που ξαφνικά φοβήθηκα ότι θα την τρυπούσαμε με τις μύτες μας και η καλύβα θα γκρεμιζόταν. Αντί γι’ αυτό όμως, μικρότερες φουσκαλίτσες γεννήθηκαν, ως δια μαγείας, στο κάτω μέρος της μεγάλης φουσκάλας, δημιουργώντας έτσι μια τεχνητή σκάλα η οποία ακούμπησε στο έδαφος μπροστά στα πόδια μας.
Η Χρυσομαλλούσα με τράβηξε από το χέρι κι άρχισε ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά! Την ακολούθησα. Στο τρίτο σκαλοπάτι σαν να άνοιξε μια μαγική, γυάλινη (ή μάλλον σαπουνένια) πόρτα, η οποία οδηγούσε κατευθείαν στην καρδιά της σαπουνόφουσκας: στο κατώφλι της καλύβας! Δίστασα. Η Χρυσομαλλούσα δε σήκωνε αντιρρήσεις όμως. Μου έσφιξε το χέρι και με ταρακούνησε δυνατά να συνεχίσω. Έκανα το βήμα, και βρεθήκαμε να πατάμε το κατώφλι της καλύβας του Θαυματοποιού.
Σήκωσα το βλέμμα μου ψηλά. Το στόμα μου ορθάνοιξε μπροστά στο θέαμα που αντίκριζα! Μέσα σ’ αυτή τη γιγάντια σαπουνόφουσκα δεν ήταν μέρα! Ή μάλλον ήταν… ή μήπως δεν ήταν;… Ειλικρινά δεν ξέρω! Έβλεπα ήλιο και αστέρια μαζί! Ήταν και νύχτα, και μέρα, και αυγή, και απομεσήμερο και όλα αυτά ταυτόχρονα! Μέχρι και ουράνιο τόξο είχε!
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα εκεί… Τα άκρα μου είχαν μουδιάσει και αρνούνταν να κουνηθούν! Καλά, όχι δηλαδή ότι ο εγκέφαλός μου τους έδινε τέτοια εντολή… Είχε αποχαζέψει κι αυτός, μπροστά στο σαγηνευτικό θέαμα!
Ξαφνικά η πόρτα της καλύβας άνοιξε κι εμφανίστηκε ένας κύριος, ακαθορίστου ηλικίας, μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο αλειμμένο στο πρόσωπό του -ακριβώς κάτω από τη μύτη του- κι ένα μικροσκοπικό ποτηράκι με μπράντι στο χέρι.
-Βρε καλώς την! είπε προς τη Χρυσομαλλούσα χαμογελαστός, ώσπου με είδε. Ξαφνικά σοβάρεψε.
-Τι θες εσύ εδώ;
-Ε…εγώ; Τον ρώτησα με παραπονεμένο βλέμμα, σαν κουτάβι που το διώχνει το αφεντικό του.
-Ναι, εσύ! Δε βρήκες την πηγή σου;
Έγνεψα καταφατικά, αδυνατώντας να προφέρω έστω και μια λέξη.
-Και την άφησες κι έφυγες; Τι θα την κάνεις; Ποια είναι τα σχέδιά σου γι’ αυτήν;
-Δεν έχει σχέδια! Πετάχτηκε η Χρυσομαλλούσα σαν τα σπασικλάκια που είχαμε στο σχολείο.
Ο Θαυματοποιός έγινε ξαφνικά τρομερός. Φούσκωσε το στήθος, γούρλωσε τα μάτια κι έσφιξε τα χείλη του με δύναμη. Λίγο ακόμη και νόμιζα ότι θ’ άρχισε να μπουμπουνίζει, όπως οι καταιγίδες που ξεσπούσαν στο χωριό μου. Κουκουλωνόμουν στο κρεβάτι μου κι άκουγα τα μπουμπουνητά από τους κεραυνούς και παρακαλούσα να ζω την επόμενη μέρα, αχ να ζω, για να ξαναπαίξω με την αυτοσχέδια κούνια από σαμπρέλα που είχε κρεμάσει ο μπαμπάς στο γέρικο πλάτανό μας.
Η φωνή του Θαυματοποιού ακούστηκε σαν απαλό χάδι, μπροστά σε αυτό που περίμενα ν’ ακούσω βλέποντας την έκφρασή του:
-Θα τη σκεπάσεις δηλαδή με χώμα μέχρι να ξεχαστεί για πάντα; Ή μήπως θα σκάψεις πιο βαθιά ώστε να τη μεγαλώσεις κι άλλο, κι άλλο, όσο περισσότερο γίνεται, για να γίνει λαμπερή και καθάρια όπως της αξίζει;
Ούτε κι εγώ δεν ξέρω που βρήκα το θράσος ν’ απαντήσω.
-Γιατί να τη μεγαλώσω; Μου φτάνει όση είναι. Μου αρκεί.
Ο Θαυματοποιός με κοιτούσε σιωπηλός για αρκετή ώρα. Μετά μπήκε μέσα κι επέστρεψε κρατώντας ένα μικρό κουτί στο χέρι του. Απευθύνθηκε στη Χρυσομαλλούσα:
-Εσύ τι θες από μένα;
Η Χρυσομαλλούσα που με ανυπομονησία περίμενε πότε θα στραφεί η προσοχή του Θαυματοποιού και σ’ εκείνη πήρα βαθιά ανάσα κι άρχισε να μιλάει:
-Εγώ δεν έχω δική μου πηγή! Έψαξα μα δεν τη βρήκα πουθενά! Άκουσα ότι φτιάχνετε ψεύτικες!
-ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΨΕΥΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ!!! Ούρλιαξε ξαφνικά ο Θαυματοποιός.
Η Χρυσομαλλούσα κούρνιασε σαν σπουργιτάκι.
-Τότε… αν μου δείξετε πώς να φτιάξω μια αληθινή, μια δική μου, θα δουλεύω μέρα νύχτα μέχρι να τα καταφέρω!
Ο Θαυματοποιός ηρέμησε και κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του δυο τρεις φορές.
-Πέρνα μέσα, της είπε. Όσο για σένα, είπε κοιτώντας με στα μάτια με βαθιά ευγένεια, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σου δώσω αυτό το δώρο.
Άπλωσε τα χέρια του και μου έτεινε το κουτί. Το πήρα. Τότε ο Θαυματοποιός έκανε μεταβολή, μπήκε ξανά στην καλύβα και μου έκλεισε την πόρτα στα μούτρα!

Κατέβηκα σχεδόν αφηρημένος τη σαπουνένια σκάλα και βγήκα από τη σαπουνόφουσκα. Τα συναισθήματά μου ήταν ανάμικτα. Ένα δώρο για μένα! Τόσο ευγενικό. Αλλά πάλι να με διώξει; Άνοιξα το κουτί με αδημονία! Ένα βιβλίο… του Πάουλου Κουέλιου! Α, ωραία! Ό,τι έπρεπε για μένα που σιχαινόμουν στην κυριολεξία τον Αλχημιστή! Δεν μπορούσε να βρει άλλον συγγραφέα; Ήταν ανάγκη να είναι αυτός;
Έβγαλα το βιβλίο από μέσα και πέταξα το κουτί. Ο τίτλος του βιβλίου ήταν μακροσκελής και πομπώδης, όπως συνήθιζε πάντα ο Παύλος: «Στις όχθες του ποταμού Πιέδρα κάθισα κι έκλαψα». Κι εγώ θα έκλαιγα αν είχα δώσει τα λεφτά μου γι’ αυτό το βιβλίο, σκέφτηκα. Δε μου έκανε καρδιά ούτε να το ανοίξω! Δε βαριέσαι, σκέφτηκα, πού να το ξέρει άλλωστε ο Ταχυδακτυλουργός ότι δεν κάνω κέφι να συναναστρέφομαι τον Παυλάρα.
Κατέβασα το κεφάλι και πήρα το δρόμο του γυρισμού. Για κάποιο λόγο ντράπηκα να το πετάξω κι έτσι το πήρα μαζί μου. Φτάνοντας πίσω στην πηγή μου το παράτησα σε μια άκρη κι έσκυψα να δροσιστώ. Τότε ήταν που το πήρε το μάτι μου. Όπως το πέταξα, ένα λευκό χαρτάκι είχε ξεμυτίσει από μια σελίδα του βιβλίου.
-Τι είν’ αυτό; αναρωτήθηκα. Με δυο δρασκελιές έφτασα στο σημείο που το είχα παρατήσει, το άρπαξα και το άνοιξα στη σελίδα που βρισκόταν το χαρτάκι. Μια παράγραφος ήταν υπογραμμισμένη! Τη διάβασα και μετά την ξαναδιάβασα. Μετά τη διάβασα ακόμη μια φορά. Κι έπειτα άλλη μία.
Ξάπλωσα κι ακούμπησα το κεφάλι μου στο βράχο. Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο από την αρχή. Έφτασα στο υπογραμμισμένο σημείο και το διάβασα για πέμπτη φορά. Αυτή τη φορά συνέχισα. Μέσα σε δυο ώρες ρούφηξα ολόκληρο το βιβλίο μέχρι το τέλος! (Παρόλο που τη λέξη ΤΕΛΟΣ δεν την είδα πουθενά γραμμένη).
Γύρισα την τελευταία σελίδα του βιβλίου μήπως την είχαν γράψει από πίσω αλλά, αντί γι’ αυτήν, βρήκα κάτι άλλο. Ένα σημείωμα γραμμένο από τον ίδιο τον Θαυματοποιό. Με μπλε στυλό και κάπως άτσαλα, ωστόσο ευανάγνωστα, γράμματα επαναλάμβανε εκείνο το μικρό απόσπασμα. Το διάβασα για έκτη φορά, μόνο που τώρα τελείωνε με μια ερώτηση:
«Όταν όμως θα κοιτάξει πίσω του (γιατί πάντα κοιτάζουμε πίσω μας), θ’ ακούσει την καρδιά του να του λέει: “Τι έκανες τα θαύματα που έσπειρε ο Θεός στις μέρες σου; Τι έκανες τα ταλέντα που σου εμπιστεύτηκε ο Κύριος; Τα έθαψες βαθιά σε μια τρύπα γιατί φοβόσουν μην τα χάσεις; Τότε, αυτό σου απέμεινε: η βεβαιότητα πως έχασες τη ζωή σου”!»

Paulo Coelho
Έκλεισα το βιβλίο και το βλέμμα μου στράφηκε ψηλά. Χιλιάδες φυσαλίδες γέμιζαν τον ουρανό, περισσότερες κι από τ’ αστέρια. Μέσα τους καθρεφτιζόταν η Χρυσομαλλούσα που έσκαβε το έδαφος με έναν κασμά αποφασισμένη να αποκτήσει τη δική της πηγή και ο Θαυματοποιός δίπλα της που την κοιτούσε ικανοποιημένος και έπινε γουλιά γουλιά το μπράντι του. Άξιο κορίτσι, σκέφτηκα. Τότε, εκατοντάδες φυσαλίδες παρατάχτηκαν, σαν να είχαν δική τους βούληση και σχημάτισαν το ερώτημα:
“Εσύ τι θα τα κάνεις τα ταλέντα σου;”
Μέσα από τις φυσαλίδες ο Θαυματοποιός σήκωσε το ποτήρι του εις υγείαν και μου έκλεισε παιχνιδιάρικα το μάτι!




1 σχόλιο:

  1. κανείς δεν έχει δικαίωμα στο αναξιοποίητο, καθώς φαίνεται.

    ΑπάντησηΔιαγραφή