Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Ιστορία 15: Ο πίθηκος Χιμ

                                        
Στο χωριό των πιθήκων ζούνε όλοι ευτυχισμένοι. 
          Μαζεύουν καρύδες και παίζουν στα δέντρα πηδώντας απ’ το ‘να κλαδί  στ’ άλλο. 
          Μιλάμε βέβαια για παιδιά γιατί οι μεγάλοι... 
          Οι μεγάλοι δεν έχουν ποτέ καιρό για παιχνίδια. Όλο δουλεύουν, όλο δουλεύουν.  Και όταν δε δουλεύουν, τότε αλίμονο στους μικρότερους. Δεν  τους αφήνουν στιγμή ησυχίας με τις ακατανόητες συμβουλές του. 
          Στο χωριό των πιθήκων, λοιπόν, όπου η μέρα είναι πάντα ζεστή και ο ήλιος ολοστρόγγυλος και  λαμπερός, όπου ο χειμώνας δεν πατάει ποτέ το πόδι του και το καλοκαίρι έχει θρονιαστεί για τα καλά, ζει και ο μικρός Χιμ. Ο πατέρας του είναι πολυταξιδεμένος ναυτικός. Έρχεται σπάνια στο χωριό. Μα όταν έρχεται τους γεμίζει όλους με περίεργα δώρα.  Δώρα από την Κίνα. Τις Ινδίες, την Ιαπωνία, την Αλάσκα, τη Γροιλανδία, την Αυστραλία. Δώρα από μέρη που αν δεν  υπήρχε ο πατέρας του Χιμ κανείς ποτέ στο χωριό δεν θα ‘χε σίγουρα ακούσει. Έτσι ο Χιμ περνάει τον καιρό του με τη μητέρα του, μια γλυκιά θεοσεβούμενη γυναίκα που κάνει τα πάντα για να ‘ναι ο γυός της ευχαριστημένος, όπως άλλωστε και κάθε μητέρα. Κι όλα περνούν ήσυχα ώσπου μια μέρα... μια μέρα ένα περίεργο γεγονός έρχεται να ταράξει την ανέμελη ζωή τους.  
          Ο μικρός Χιμ προσπαθεί να περπατήσει στα δύο του πόδια. 
          Ο ίδιος το βρίσκει διασκεδαστικό αν και δεν είναι και τόσο εύκολο για έναν πίθηκο. Βλέπετε οι πίθηκοι εδώ και χιλιάδες χρόνια, από τότε που υπάρχουν δηλαδή, περπατάνε στα τέσσερα. Στο χωριό όμως οι υπόλοιποι κάτοικοι Δε συμμερίζονται τη χαρά του. Δυσαρεστούνται παρ’ όλο που όλοι πιστεύουν ότι αυτά είναι καμώματα ενός μικρού παιδιού και περιμένουν βέβαιοι ότι ο Χιμ κάποτε θα κουραστεί και θα σταματήσει. Όμως ο Χιμ δε το βάζει κάτω. Σε λίγο καιρό  μπορεί πια να πηγαίνει κάθε πρωί στο σχολείο του περπατώντας στα δυο του πόδια.
          «Μη σηκώνεσαι όρθιος, του λεγε διαρκώς η μητέρα του θυμωμένη. Πού το ‘δες αυτό. Ο πατέρας σου και ο παππούς σου και όλοι μας οι πρόγονοι περπατούσαν πάντοτε στα τέσσερα. Πρέπει να σεβόμαστε τους προγόνους μας».     
          Αλλά ο Χιμ δεν ακούει κανέναν. Μέρα με τη μέρα βελτιώνει το περπάτημά του και την ισορροπία του στα δυο του πόδια.   
          Μπορεί κιόλας να τρέχει λιγάκι που και που. 
          Αυτό αναστατώνει ακόμα περισσότερο το χωριό. Οι μαμάδες δεν αφήνουν τα παιδιά τους να παίζουν παρέα με τον Χιμ. Θεωρείται παιδί χωρίς καλή ανατροφή. 
          Ο δάσκαλος στο σχολείο τον τιμωρεί συχνά βάζοντάς τον να στέκεται ώρες στο ένα μόνο πόδι κοιτάζοντας τον τοίχο. 
          Μια φορά μάλιστα, τον έβαλε να γράψει 400 φορές την φράση «θα περπατάω στα τέσσερα όπως όλος ο κόσμος». 
          Κι η μητέρα του..... η μητέρα του κόντευε ν’ αρρωστήσει από τη ντροπή της που ‘ χε έναν τέτοιο γιο, ασεβή, και αυθάδη, και ανυπάκουο, και ίσως, γιατί όχι, χαζούλη. 
          Μα τον Χιμ δεν τον ένοιαζε καθόλου. Εύρισκε πως το περπάτημα στα δύο μόνο πόδια είναι πιο ξεκούραστο και πιο βολικό.
          Άρχισε μάλιστα να πηδάει κιόλας. Όσο για το τρέξιμο, μπορούσε πια να τρέχει  όπως ένας δρομέας αθλητής.  
          Αυτό το τελευταίο ανησύχησε ακόμα πιο πολύ το χωριό. Και το χειρότερο, άρχισε να γίνεται κακό παράδειγμα στους μικρότερους που άρχισαν να τον μιμούνται. Αποφάσισαν λοιπόν να τον καλέσουν και να του ζητήσουν ή να σταματήσει να περπατάει στα δυο του πόδια ή να φύγει. Αυτό ομολογουμένως, ο Χιμ, ήτανε κάτι που δεν το περίμενε. Ούτε πίστευε ότι η μητέρα του που δεν είχε άλλο γιο εκτός απ’ αυτόν, θα συμφωνούσσε μ’ όλο το υπόλοιπο χωριό. Άλλωστε δεν πείραζε κανένα. Περπατούσε μόνο στα δύο του πόδια. Τι σημασία είχε αν κανείς άλλος πίθηκος δεν το τόλμησε πριν απ’ αυτόν.  Αυτά τους είπε στη μάζωξη που έγινε αλλά δεν κατάφερε να τους αλλάξει τη γνώμη. 
          Αποφάσισε λοιπόν να φύγει κι αφού φίλησε τη μητέρα του χάθηκε τρέχοντας στο δάσος. 
          Οι κάτοικοι του χωριού νόμισαν τότε ότι επέστρεψαν όλα στην παλιά τους τάξη.
          Όμως, αλίμονο, σχεδόν όλοι οι μικρότεροι πίθηκοι προσπαθούσαν να μοιάσουν του Χιμ. 
          Έτσι όταν γύρισε ο πατέρας του Χιμ βρήκε το χωριό αναστατωμένο, και διχασμένο σε μεγάλους και σε μικρούς. 
Μη λυπάστε είπε, στους μεγάλους. Εγώ γύρισα όλο τον κόσμο και γνώρισα τόσα και τόσα. Κι ανάμεσα στα πιο θαυμαστά πράγματα, ένα πλάσμα που το λένε άνθρωπο. Περπατάει κι αυτό στα δυο του πόδια.
           

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου