Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Ιστορία 2: Το πράσινο δέντρο

                                        
                Ήταν ένας ωραίος κήπος. Γεμάτος πολύχρωμα λουλούδια, μικρά δέντρα, με φρούτα και πράσινο χόρτο σκορπισμένο παντού. 
Τα παιδιά χαίρονταν να παίζουν σ’ αυτόν και ο ήλιος τα καμάρωνε και τους έστελνε τις πιο ζεστές του αχτίνες. Ήταν θα μπορούσαμε χωρίς υπερβολή να πούμε ένας ευτυχισμένος κήπος. Τα φυτά αγαπιόντουσαν μεταξύ του. Περνούσαν τις μέρες τους κουβεντιάζοντας χίλια δυο πράγματα, τραγουδούσαν και λέγαν αστείες ιστορίες. 
Βέβαια ένας άνθρωπος δεν μπορεί ν’ ακούσει τις κουβέντες των φυτών, όπως άλλωστε και των ζώων. Ο ήλιος όμως; Ο ήλιος ήταν ο μόνος που μπορούσε να δει και ν’ ακούσει την ευτυχία και τη χαρά που βασίλευαν σ’ αυτόν τον κήπο. 
Το μικρό πράσινο δεντράκι ήταν πολύ τρυφερό που φύτρωσε σ’ έναν τέτοιο κήπο. Από την πρώτη κι όλας στιγμή όλα το φυτά το αγάπησαν. Του ‘διναν το νερό που χρειαζότανε για να μεγαλώσει, και τα μεγαλύτερα δέντρα τραβούσαν τα κλαδιά τους για ν’ αφήσουν τις αχτίνες του ήλιου να περάσουν. Κι όταν φύσαγε ο άνεμος το προστατεύανε με τα φυλλώματά του. Έτσι το μικρό πράσινο δέντρο μεγάλωνε γρήγορα. Ο κορμός του άρχισε να χοντραίνει και οι ρίζες του ν’ απλώνονται όλο και πιο βαθιά στη γη, όλο και πιο μακριά μέσα στον κήπο.    
-Πράσινο δέντρο, του’ λεγαν ευγενικά τα’ άλλα φυτά. Μην απλώνεις άλλο τις ρίζες σου. Δεν αφήνεις καθόλου νερό για μας. Όσο περνάνε οι μέρες πίνεις όλο και περισσότερο, κι εμείς αρχίζουμε και διψάμε. 
Μα το πράσινο δέντρο είχε πια μεγαλώσει. Κοίταζε περιφρονητικά το  υπόλοιπα φυτά στον κήπο. Μπορούσε επιτέλους να ζήσει και χωρίς τη βοήθειά του. Και η σκέψη αυτή το ‘ κανε ακόμα πιο περήφανο. 
Κι όλο ψήλωνε και ψήλωνε και το φύλλωμά του κόνευε να σκεπάσει όλο τον κήπο. 
-Πράσινο δέντρο, του ‘ λεγαν  παρακαλετικά τ’ άλλα φυτά. Μην απλώνεις άλλο το φύλλωμά σου. Δεν μας αφήνεις καθόλου να λιαστούμε στον ήλιο κι έχουμε τόση ανάγκη από ζέστη και φως. 
Μα το πράσινο δέντρο είχε πια μεγαλώσει. Κοίταζε περιφρονητικά τα υπόλοιπα φυτά στον κήπο. Μπορούσε επιτέλους να ζήσει και χωρίς τη βοήθειά τους. 
Μ’ αυτό δεν κράτησε πολύ. Με τον καιρό βαρέθηκε τη μοναξιά. 
Άρχισε πάλι να νοσταλγεί τις φλυαρίες των παλιών του γειτόνων. Αλλά ο κήπος ήταν άδειος. Με τίποτα δεν μπορούσε να ξαναγεμίσει από φυτά, αφού όλα τα προηγούμενα είχαν πεθάνει. Και το μεγάλο πράσινο δέντρο έγινε μελαγχολικό. Έχασε την όρεξή του για νερό και για ήλιο. Το φύλλωμά του άρχισε να κιτρινίζει και να πέφτει, κι ο κορμός του να μαραζώνει . Έτσι όταν φύσηξε ο δυνατός αέρας δεν είχε τη δύναμη να κρατηθεί όρθιο και ζωντανό.  
Οι άνθρωποι ποτέ δεν κατάλαβαν γιατί μαράθηκε και πέθανε έτσι ξαφνικά. Ο ήλιος όμως; Ο ήλιος που ήταν ο μόνος που είδε όλη την ιστορία απ’ την αρχή; Κρίμα που είναι τόσο μακριά και Δε μπορούμε να τον ρωτήσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου